We're making big changes. Please try out the beta site at beta.ccel.org and send us feedback. Thank you!
« Prev Greek Words and Phrases Next »

Index of Greek Words and Phrases

  • ̓ Εκεῖνος: 1
  • ̓ Ενεβριμήσατο: 1
  • ̓ Επωλεῖτο. So Morel. Ben. and mss.: 1
  • ̓ Ιδοὺ, φησὶ, καὶ αὕτη καινὴ τυγχάνει: 1
  • ̓ Ιησοῦν: 1
  • ̓ Ιησοῦς.—: 1
  • ̓ Ιουδαίου τινός: 1
  • ̓ Ιουδαίους: 1
  • ̔ Ελλήνων: 1
  • ̔ Ελληνικὸν: 1
  • ̔ Ο Θεὸς: 1
  • ̔ᾔδετο: 1
  • ἀ γάπην: 1
  • ἀ γάπης: 1 2
  • ἀ γένητον: 1
  • ἀ γέννητον: 1
  • ἀ γέννητος: 1
  • ἀ γνώμοσι: 1
  • ἀ γνώμων: 1 2
  • ἀ γνωμοσύνην: 1
  • ἀ γοραίων: 1
  • ἀ γράμματος: 1
  • ἀ γχομένους: 1
  • ἀ γωνίαν: 1
  • ἀ γωνίας: 1
  • ἀ γωνιῶν αὐτὸν: 1
  • ἀ δήλων: 1
  • ἀ δόκιμος: 1 2
  • ἀ δικεις: 1
  • ἀ δρανὴς: 1
  • ἀ εὶ: 1 2
  • ἀ θρόον: 1
  • ἀ κήρατον: 1
  • ἀ καταλύτου: 1
  • ἀ κηράτῳ: 1
  • ἀ κηράτους: 1
  • ἀ κμὴν: 1
  • ἀ κούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ: 1
  • ἀ κοῆς λόγον ὀφείλω ;: 1
  • ἀ κολουθίαν: 1
  • ἀ κολουθίας: 1
  • ἀ κρίβειαν: 1
  • ἀ κριβέστεροι: 1
  • ἀ κριβὴς: 1
  • ἀ κριρῆς: 1
  • ἀ κροθίνια: 1
  • ἀ κτῖνα: 1
  • ἀ λήθεια: 1
  • ἀ λόγοις: 1
  • ἀ λύοντα: 1
  • ἀ λείφει: 1
  • ἀ λείφοντα: 1
  • ἀ ληθεῖς διαθήκαι: 1
  • ἀ λλ̓ ἅμα ἦλθε: 1
  • ἀ λλ̓ ὄνομα αὐτοῦ καλέσεται. Mr. Field with hesitation adopts here the reading of the Catena καλέσεται, in the sense here given. The mss.: 1
  • ἀ λλὰ ̓Ιωάννης ἐνταῦθα τὸ Οὔπω ἤκει ἡ ὥρα μου εἰσάγει τὸν Χριστὸν λέγοντα δεικνὺς ὅτι κ.τ.λ: 1
  • ἀ λλὰ διὰ τῶν οὕτως εἰρημένων τοῦτο δηλῶσαι κ.τ.λ: 1
  • ἀ λλὰ ζῶσαν αὐτὴν ἐκάλεσε· τουτέστι, τὰ προστάγματα, τὴν μένουσαν. This is the reading of all the best mss.: 1
  • ἀ μβλυτέραν: 1
  • ἀ μοιβῆς: 1
  • ἀ νάγκας: 1
  • ἀ νάρχως καὶ ἀϊδίως: 1
  • ἀ νάστατον: 1
  • ἀ νέπαφον: 1
  • ἀ νέφυρε: 1
  • ἀ νήπλωται: 1
  • ἀ νῆκεν: 1
  • ἀ ναβάντες [ἐ μβ: 1
  • ἀ ναβαλλόμεθα: 1
  • ἀ ναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς ὁρᾶ ὄχλον πολύν. In G. T. the words are: ἐ πάρας οὖν ὁ ̓Ιησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν: 1
  • ἀ ναγινώσκειν: 1
  • ἀ ναγκαία καὶ ἀπαραίτητος: 1
  • ἀ ναδέχεσθαι: 1
  • ἀ ναθεωροῦντες: 1
  • ἀ ναιρεῖ: 1
  • ἀ νακαγχάζωμεν: 1
  • ἀ νακερασθῶμεν: 1
  • ἀ νακιρνᾶται: 1
  • ἀ ναπόδεικτον: 1
  • ἀ ναπεπτωκώς: 1
  • ἀ ναστὰς (ἐ γείρεται: 1
  • ἀ ναστοιχειωθέντες: 1
  • ἀ ναχαίτισον: 1
  • ἀ νεγχώρητον: 1
  • ἀ νελίττοντες: 1
  • ἀ νενεγκεῖν: 1
  • ἀ νερμάτιστος: 1
  • ἀ νθηρὰν: 1
  • ἀ νθρώπινα περιφρονεῖ. ταπεινὰ φρονεῖ, ταπεινοφρονεῖ. Montfaucon conjectured τὰ ἄνω φρονεῖ: 1
  • ἀ νθρώπου ἀφισταμένου ἀπὸ τοῦ: 1
  • ἀ νομία ἐκ βαβυλῶνος for ἐ ξ ἀνόμων πλημμελεία: 1
  • ἀ ντίρροπος: 1
  • ἀ ντίτυπα: 1 2
  • ἀ ντιδιαστολὴν: 1
  • ἀ ντιλάβεσθαι: 1
  • ἀ ντιστρέφει: 1
  • ἀ ντιτυπα: 1
  • ἀ νυπαρξιὰν: 1
  • ἀ ξίαν: 1
  • ἀ ξιώματι ἱερατικῷ: 1
  • ἀ π̓ ἐκείνου, al. ὑ π̓ ἐκ: 1
  • ἀ πέλαβες: 1
  • ἀ πένειμε τοῖς ἔθνεσι: 1
  • ἀ πέστειλε [ἀ πέσταλκε: 1
  • ἀ πέστειλεν: 1
  • ἀ πήντησεν, according to Sav. conject. and some mss.: 1
  • ἀ πήρτησεν: 1
  • ἀ πίθανον: 1
  • ἀ πὸ: 1
  • ἀ πὸ κηδείας: 1
  • ἀ πὸ παθοῦς τοῦ ἐαυτῶν. Sav. reads τὸ π. τοῦ ἑ: 1
  • ἀ πὸ τοῦ αἰῶνος: 1
  • ἀ πόκειται: 1
  • ἀ πόφασιν: 1
  • ἀ πόφασις: 1
  • ἀ πώναντο. This is the reading of the best mss.: 1
  • ἀ πώνατο: 1
  • ἀ πῆλθε [ἀ νῆλ: 1
  • ἀ παύγασμα: 1
  • ἀ παγορεύειν τὰ καθ̓ ἑ: 1
  • ἀ παθῶς: 1
  • ἀ παναισχυντεῖ: 1
  • ἀ παράλλακτον: 1 2
  • ἀ παραλλαξία: 1
  • ἀ παρρησίαστοι: 1
  • ἀ παρρησιαστος: 1
  • ἀ παυθαδιαζομένους: 1
  • ἀ πεσοβεῖ: 1
  • ἀ πηγόρευσε: 1
  • ἀ πλῶς: 1
  • ἀ πογεννηθῆναι: 1
  • ἀ πογνῶτε: 1
  • ἀ ποδίδωσι: 1
  • ἀ ποδύεται πρὸς: 1
  • ἀ ποκλήρωσιν: 1
  • ἀ ποκναίοντες, al. ἀ ποκνοῦντες: 1
  • ἀ πολαύων: 1
  • ἀ πολαύωσι: 1
  • ἀ πολελυμένον: 1
  • ἀ πολογήσομαι: 1
  • ἀ ποξύει: 1
  • ἀ ποξύσωμεν : alluding to the poetic phrase ξῦσαι ἀπὸ γῆρας ὀλοιόν: 1
  • ἀ πορώτερον: 1
  • ἀ ποστρέψαι. Some of Field’s mss.: 1
  • ἀ ποτείνεσθαι: 1
  • ἀ ποτηγανιζομένῃ: 1
  • ἀ ποτυμπανίσθησαν: 1
  • ἀ ποτυμπανισμός. For instances of this meaning of the word, see Mr. Field’: 1
  • ἀ προσώπως: 1
  • ἀ ργίας: 1
  • ἀ ριστοποιοῦνται: 1
  • ἀ ρκεσθηόμεθα: 1
  • ἀ ρχὴν τῆς ὑποστάσεως. St. Chrys. understands ὑ πόστασις: 1
  • ἀ ρχηγὸν: 1
  • ἀ σθενούντων: 1
  • ἀ στραγάλους: 1
  • ἀ συγκρίτως: 1
  • ἀ σφαλέστεροι: 1
  • ἀ τελὴς: 1
  • ἀ τελεστέρων: 1
  • ἀ τοπώτερα: 1
  • ἀ φίημι: 1
  • ἀ φῆκε, [παρέδωκε: 1
  • ἀ φιέναι: 1
  • ἀ φορμῆς: 1
  • ἀ φοσιουμένους: 1
  • ἀ φοσιωσάμενοι: 1
  • ἀ φράστου: 1
  • ἀ ψῖδας: 1
  • ἁ γίου ;: 1
  • ἁ γίου written above it.—: 1
  • ἁ γιάζω: 1
  • ἁ γιασμοῦ: 1
  • ἁ πλῶς: 1 2 3 4 5 6
  • ἁ πλῶς ἕξω πρόσκειται: 1
  • ἁ πλῶς καὶ εἰκῆ: 1
  • ἁ πτόμεθα τῶν πραγμάτων. The expression (τοῦ πράγματος ἅπτεται: 1
  • ἃ φιλοσοφίας ἐστὶ: 1
  • ἄ γρυπνον: 1
  • ἄ γρυπνος: 1
  • ἄ δηλος: 1
  • ἄ θλησιν: 1
  • ἄ θροον: 1 2 3
  • ἄ κοντα, Ben. τυχόντα: 1
  • ἄ κρατον: 1
  • ἄ κρον καὶ ἠκριβωμένον: 1
  • ἄ ληπτον: 1
  • ἄ ληπτος: 1
  • ἄ λλος τις: 1
  • ἄ λλως: 1
  • ἄ λλως δὲ καινὴ for καινὴ two lines above, and καινὴ δὲ καὶ αὕτη τ. for ̓ Ιδοὺ … καινὴ τ. in this place; by omitting φησὶ at the end of the objection; and substituting ἵ να δειξῇ for ἐ ὰ ν οὖν δείξω: 1
  • ἄ ναρχον: 1
  • ἄ ναρχον. On this third heresy respecting the Holy Trinity, see St. Greg. Naz. Orat: 1
  • ἄ ναρχος: 1
  • ἄ νεσις: 1
  • ἄ νομος: 1
  • ἄ νω καὶ κάτω: 1 2 3 4 5
  • ἄ νω καὶ κάτω στρέφετε: 1
  • ἄ νωθεν: 1 2 3 4 5 6 7
  • ἄ νωθεν ἠλειμμένην: 1
  • ἄ ξιος: 1 2
  • ἄ πλαστος: 1
  • ἄ πλαστος, possibly a corrupt form for ἀ πέλαστος. Dr. Heyse conjectures ἄ πλατος: 1
  • ἄ ποιος: 1
  • ἄ ριστον: 1
  • ἄ ρχειν χειρῶν ἀδίκων: 1
  • ἄ ρχεται: 1
  • ἄ ρχοντες: 1
  • ἄ σημον: 1
  • ἅ για: 1
  • ἅ για τῶν ἁγίων: 1
  • ἅ παξ: 1 2 3 4
  • ἐ ὰ ν ὑστερήσῃ ὑπόμεινον αὐτὸν (: 1
  • ἐ ὰ ν μἡ ᾖ ἄξιος, ἐὰν μὴ ᾖ δίκαιος. Mr. Field retains μὴ in these clauses, in accordance with the common editions, though all the mss.: 1
  • ἐ ὰ ν μὴ ᾖ δεδ. αὐτῷ: 1
  • ἐ γένετο [ἐ γεγόνει: 1
  • ἐ γὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί: 1
  • ἐ γγὺς ἀφανισμοῦ: 1
  • ἐ γγὺς τοῦ τύπου: 1
  • ἐ γκαίνια, it seems better to keep to the word adopted both by the A.V. and the Revision.—: 1
  • ἐ γκαλεῖ: 1
  • ἐ γκαλυψάμενος: 1
  • ἐ γκεκαίνισται. It cannot be denied that the word in the classics bears both the closely related meanings of inaugurate: 1
  • ἐ γνώρισα ὑμῖν: 1
  • ἐ θεώρησε: 1
  • ἐ θελοκακεῖτε: 1
  • ἐ θελοκακοῦντες: 1
  • ἐ θεράπευσε: 1
  • ἐ κ: 1 2
  • ἐ κ Θεοῦ [παρὰ Θ: 1
  • ἐ κ παρέργου: 1 2
  • ἐ κ περιουσίας: 1
  • ἐ κ προχείρου: 1
  • ἐ κάθητο [ἐ καθέζετο: 1
  • ἐ κέρασε: 1
  • ἐ κδότους: 1
  • ἐ κείνῳ: 1
  • ἐ κείνη: 1
  • ἐ κεῖ: 1 2 3
  • ἐ κεῖθεν: 1
  • ἐ κεῖνο ἐνηργεῖτο: 1
  • ἐ κεῖνον: 1
  • ἐ κεῖνος: 1 2
  • ἐ κεινος: 1
  • ἐ κινδύνευσεν: 1
  • ἐ κκυλίσθη: 1
  • ἐ κλύεις: 1
  • ἐ κπλύνεις … ἐ ξίτηλον: 1 2
  • ἐ κπομπεῦσαι: 1
  • ἐ κτραχηλίζειν: 1
  • ἐ κτραχηλίσῃς: 1
  • ἐ κφέρουσα: 1
  • ἐ λέγξαι: 1
  • ἐ λεήμων akin to ἐ λεημοσύνη: 1
  • ἐ λεήσεις: 1
  • ἐ λεγχομένην: 1
  • ἐ λεημοσύνη: 1 2 3 4 5
  • ἐ λεημοσύνης: 1
  • ἐ λετημοσύνην ἐργάζεσθαι: 1
  • ἐ μβάλλει: 1
  • ἐ μεσίτευσεν: 1
  • ἐ μπαθῆ: 1
  • ἐ μπλατύνων ἑαυτόν: 1
  • ἐ μπορικὸς: 1
  • ἐ μφέρεσθαι: 1
  • ἐ μφανίζεται: 1
  • ἐ ν: 1 2 3
  • ἐ ν ἐμοὶ ὁ Πατὴρ, κἀγὼ ἐν αὐτῷ: 1
  • ἐ ν ἡμῖν adopted by many critical authorities.—: 1
  • ἐ ν ὑποδείγματι: 1
  • ἐ ν ᾧ: 1
  • ἐ ν αἰνίγματι: 1 2
  • ἐ ν κατηφείᾳ: 1
  • ἐ ν πᾶσιν, see below. [The construction of ἐ ν πᾶσι: 1
  • ἐ ν παραβύστῳ: 1
  • ἐ ν παραβολῇ: 1
  • ἐ ν τάξει: 1
  • ἐ ν τῇ ἐρήμῳ: 1
  • ἐ ν τῇ διαστολῇ: 1
  • ἐ ν τῷ λέγεσθαι: 1
  • ἐ ν ταῖς ἑωθιναῖς, ἐν ταῖς ἑσπεριναῖς: 1
  • ἐ ν υἱῷ: 1
  • ἐ ν φιλοσοφίᾳ: 1
  • ἐ ν is in Scripture often equivalent to σύν. c. 25 t. iii. 49. That ἐ ν is put for διὰ ; is also said by St. Chrys. Hom. on 1 Cor. i. 4: 1
  • ἐ νάρκα: 1
  • ἐ νέργειαν: 1
  • ἐ νήγεσθε: 1
  • ἐ νήργει: 1
  • ἐ ναποθανέτω: 1
  • ἐ ναπομένει: 1
  • ἐ νδεὴς: 1
  • ἐ νδεία: 1
  • ἐ νδιάθετον: 1
  • ἐ νδιαιτᾶσθαι: 1
  • ἐ νδιδόντες: 1
  • ἐ νδιωγμοῖς here appears to be entirely without authority, and was probably a slip of memory.—: 1
  • ἐ νεδοευόντων αὐτοὺς: 1
  • ἐ νεκαίνισε: 1
  • ἐ νεργείαν: 1
  • ἐ νεργείας: 1 2 3
  • ἐ νεργούμενον αὐτὸν: 1
  • ἐ νεστηκότα: 1
  • ἐ νταῦθα: 1 2 3
  • ἐ νταῦθα ᾖ: 1
  • ἐ ντεύθεν: 1
  • ἐ ντεύξει: 1
  • ἐ ντεύξεσιν: 1
  • ἐ ντεῦθεν: 1 2 3
  • ἐ ντεταμένον, al. διατ: 1
  • ἐ ντιθέντα: 1
  • ἐ ντρέπειν: 1
  • ἐ ντρεπτικῶς: 1
  • ἐ ντρυφῶν: 1
  • ἐ νυπόστατον: 1
  • ἐ νυπόστατος: 1
  • ἐ ξ ἀμετρίας: 1
  • ἐ ξ ἀμφοτέρων τούτων ἡ ̓Εκκλησία συνέστηκε: 1
  • ἐ ξ ἀρχῆς: 1
  • ἐ ξ ἑνὸς: 1
  • ἐ ξ οὐκ ὃντων: 1
  • ἐ ξέκλινεν ἐξένευσεν: 1
  • ἐ ξέπιπτε : i.e. τῆς ὑποσχέσεως: 1
  • ἐ ξέστη: 1
  • ἐ ξήγησιν: 1
  • ἐ ξίτηλον: 1
  • ἐ ξαίρετον: 1 2
  • ἐ ξεκάλυπτον: 1
  • ἐ ξευτελίζων: 1
  • ἐ ξηγήσατο: 1
  • ἐ ξουσία: 1
  • ἐ πὶ διορθώσει: 1
  • ἐ πὶ τῇ ἐνεργείᾳ: 1
  • ἐ πὶ τῇ πηγῇ: 1
  • ἐ πὶ τοῖς ἀγαθοῖς: 1
  • ἐ πὶ [εἰς: 1
  • ἐ πί τίσιν: 1
  • ἐ πᾳδόμενον: 1
  • ἐ πᾴδοντος: 1
  • ἐ πᾶραι: 1
  • ἐ παντλεῖ: 1
  • ἐ παπορήσας: 1
  • ἐ πεγνώσθην: 1
  • ἐ πεθύμησε: 1
  • ἐ πειδὴ: 1
  • ἐ πιῤῥίπτειν: 1
  • ἐ πιδίδοναι: 1
  • ἐ πιεικείαν: 1
  • ἐ πιθέτης: 1
  • ἐ πικουρία: 1
  • ἐ πιλαβώμεθα: 1
  • ἐ πιουσίον, i.e. εἰς τὴν ἐπίουσαν ἡμ: 1
  • ἐ πισύρεσθαι: 1
  • ἐ πισημαίνεται: 1
  • ἐ πισκώπτων: 1
  • ἐ πισκοποῦντες: 1
  • ἐ πισπασώμεθα: 1
  • ἐ πιστεύθη. Dunæus suggested ἐ πιστώθη: 1
  • ἐ πιστρέφει: 1
  • ἐ πιστρέψαι: 1
  • ἐ πιτύχωμεν without any conjunction preceding. Sav. conject. ἐ πιτευξόμεθα: 1
  • ἐ πιτρίμμασι: 1
  • ἐ πιχριομένους: 1
  • ἐ πολεμεῖτο: 1
  • ἐ πραγματεύσατο: 1
  • ἐ πτερώθησαν: 1
  • ἐ πτοῆσθαι: 1
  • ἐ πτοημένοι: 1
  • ἐ ργάζεται: 1
  • ἐ ρευγομένων: 1
  • ἐ σαγήνευσε: 1
  • ἐ σκήνωσεν: 1
  • ἐ σφαγμένος: 1
  • ἐ σχάτου τῶν ἡμερῶν ἐσχάτων τ. ἡ. (in these last days) Sav. Ben. here and throughout the Homily. The former is considered to be the true reading of the Sacred Text. It is throughout the reading of St. Chrys. as is clear from his argument. [It is the reading of all the uncials; the cursives and the versions are divided. The R.V. follows the correct text.—F.G.]: 1
  • ἐ τύρευον: 1
  • ἐ υβατεύων: 1
  • ἐ φάπαξ: 1 2
  • ἐ φίκεσθαι: 1
  • ἐ φίλε: 1
  • ἐ φόδια: 1
  • ἐ φόδια γέγονε: 1
  • ἐ φόδιον γίγνεται. So Euseb. H. E.: 1
  • ἐ φοδίων: 1
  • ἐ φ. τῆς εἰς τὴν ζωὴν εἰσόδου: 1
  • ἐ χαρισάμην: 1
  • ἐ χειροτονεῖ: 1
  • ἐ χρῆν: 1
  • ἑ αυτὸν: 1
  • ἑ αυτοῖς without ἐ ν is the approved reading of the sacred text, and is found in all the mss.: 1
  • ἑ νώσει: 1
  • ἑ τέρα αὐτοῖς αὕτη προαναφώνησῖς: 1
  • ἔ θνους: 1
  • ἔ κτισις: 1 2
  • ἔ λαβες: 1
  • ἔ λαθον: 1
  • ἔ λαιον: 1
  • ἔ λεγχον: 1
  • ἔ λεγχος of a proof which makes things most certain and evident [and so Mutianus read.—F.G.].: 1
  • ἔ λεον: 1
  • ἔ ξοδον: 1
  • ἔ ξω: 1
  • ἔ παθε τι: 1
  • ἔ πελκον: 1
  • ἔ ρανον: 1
  • ἔ στι παρατηρεῖσθαι: 1
  • ἔ στιν: 1
  • ἔ σφιγξε: 1
  • ἔ χει: 1
  • ἔ χειν οἰκείως: 1
  • ἕ λκων: 1
  • ἕ ν π: 1
  • ἕ ν. The common texts add πρόσωπον: 1
  • ἕ πεται: 1 2
  • ἕ ωλα: 1
  • ἕ ωλος: 1
  • ἠ γνόησας: 1
  • ἠ δικήθης: 1
  • ἠ θικώτερον: 1
  • ἠ κρωτηρίαζε: 1
  • ἠ ρώτων ἐνταῦθα παρεκαλοῦν ἐστὶ, τῇ ἐγχωρίῳ αὐτῶν φωνῇ: 1
  • ἠ ρώτων. E.V. prayed: Ben and ms.: 1
  • ἠ φάνισε: 1
  • ἠ φίεσαν: 1
  • ἡ ἀρχὴ τοῦ λόγου: 1 2
  • ἡ ἐπισκοπὴ ἡ παῤ αὐτοῦ: 1
  • ἡ ἑορτὴ τῶν ̓Ι: 1
  • ἡ Λεία: 1
  • ἡ γουμένων: 1
  • ἡ γραφή, the same form of quotation as in the case of the canonical Scriptures.—: 1
  • ἡ δὲ ἑκάστου ζωὴ ἐγγυτέρα πολλῷ καὶ ἡ τελευτή: 1
  • ἡ κατὰ σύγκρισιν: 1
  • ἡ πύλη: 1
  • ἢ βολόδι κατατοξευθήσεται are omitted by St. Chrys., as by all critical editors of the N.T., and are not given in the R.V.—: 1
  • ἢ οἷς προεφητεύετο: 1
  • ἤ δη ἄν τούτου ἐγενόμην: 1
  • ἤ δη ἐτύχετε: 1
  • ἤ θλησαν, see ἤ θλησιν: 1
  • ἥ μαρτες ; ἡσύχασον : for which St. Chrys. substitutes the words of Ecclus. xxi. 1: 1
  • ἥ μαρτες ; μὴ προσθῇς ἔτι. He combines these two texts (either from confusing them or by way of explanation) in three other places. See Mr. Fields’: 1
  • ἥ νωσε: 1
  • ἦ ν κεχρηματισμένον: 1
  • ἦ ν κεχρηματισμένον ὑπὸ (not διὰ ) τοῦ Πνεύματος,: 1
  • ἰ διώματα: 1
  • ἰ διώτης: 1
  • ἰ διαζόντως: 1
  • ἰ λιγγιᾷ: 1
  • ἰ λιγγιῶν: 1
  • ἰ σοστάσιον, al. ἰ σότιμον: 1
  • ἰ ταμὸν: 1
  • ἰ ταμευόμενοι: 1
  • ἰ χὼρ: 1
  • ἰ χῶρος: 1
  • ἱ ερέων. The editions had ἱ ερωσύνης ; so the common text of the New Test. read ἱ ερωσύνης, the critical editions have ἱ έ ρέων: 1
  • ἱ ερεύς, but from ἱ ερός: 1
  • ἱ ερεῖον: 1
  • ἱ ερουργοῦντα (ἁ π. λεγ.) in the highly figurative passage, Rom. xv. 16: 1
  • ἴ δητε θεωρῆτε: 1
  • ἴ λιγγιάσαντας: 1
  • ἴ λιγγος: 1
  • ἵ να μάθῃ: 1
  • ἵ να μάθῃς: 1
  • ἵ να μετὰ ἀσφαλείας ἀσφαλείᾳ ἀρχῇ: 1
  • ἵ να σωθῆ ὁ κόσμος δἰ αὐτοῦ, Γ. Τ: 1
  • ὀ βολοὺς: 1
  • ὀ κρίβαντος: 1
  • ὀ λιγοψυχίαν: 1 2
  • ὀ ρχήστρας, al. ὀ ρχηστὰς: 1
  • ὀ φείλουσα ἀπολαβεῖν: 1
  • ὁ: 1
  • ὁ ἐρχόμενος πρός με: 1
  • ὁ ἔρως: 1
  • ὁ ῎Αγγελος: 1
  • ὁ Θεὸς: 1
  • ὁ Κύριος: 1
  • ὁ Σύρος: 1
  • ὁ Σύρος, καὶ ἐνεπύρισεν, εἶπεν: 1
  • ὁ θεός: 1
  • ὁ κύρίος: 1
  • ὁ μόσκηνος: 1
  • ὁ μόφυλοι: 1
  • ὁ μοῦνται: 1
  • ὁ μολογία used of the Creed [and more generally of the profession of a Christian.—: 1
  • ὁ μοτίμως: 1
  • ὁ νοῦς: 1
  • ὁ ρατὰ: 1
  • ὁ ρατὸν: 1
  • ὁ ρκωμοσίας: 1
  • ὁ ρμᾶν, al. χωρεῖν: 1
  • ὁ ταν μηκέτι χαλκοῦς ᾖ, ἀλλ̓ ὑετὸν διδῷ· ὅταν μὴ ἄκαρπος, οὐχ ὁταν μεταβληθῇ, οὐχ ὅταν τὰ μὲν αὐτοῦ ἐξαιρεθῇ, τὰ δὲ μένῃ. Mr. Field says that he has: 1
  • ὁ τελῶν εἰς τὸ σῶμα: 1
  • ὃ ἑώρ καὶ ἤκ τοῦτο μ: 1
  • ὃ ς ἁμαρτίας ἡμων αὐτὸς ἀνήνεγκεν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ξύλον: 1
  • ὃ ς ἂν φάγῃ, [ὁ τρώγων: 1
  • ὃ ς οὐ λαμβάνει κ.τ.λ: 1
  • ὄ ν: 1
  • ὄ ρει is omitted in Mr. Field’s text, as by some [all—: 1
  • ὄ ρη: 1
  • ὄ ρθρου βαθέος: 1
  • ὅ θεν: 1 2
  • ὅ θεν εἰκὸς δεύτερον τοῦτο γεγενῆσθαι: 1
  • ὅ θεν καὶ ἔπεισί μοι: 1
  • ὅ θ. οὐδὲ ἔπ. μ: 1
  • ὅ περ δήπου καὶ ̔Ηλίας πεποίηκε: 1
  • ὅ περ οὖν καὶ ̔Ηλία: 1
  • ὅ σα ἐπᾴδει: 1
  • ὅ ταν ὑψωθῶ: 1
  • ὅ ταν μὴ ἄκαρπος: 1
  • ὅ ταν μηκέτι χ. ᾖ. ἀ. ὑ. διδῷ, καὶ ἡ γῆ ὁμοιως καινὴ, ὅταν μὴ ἀ. ᾖ, οὐχ ὅταν μεταβληθῆ, καὶ οἶκος οὕτω καινὸς ὅταν τὰ μὲν κ. λ.: 1
  • ὅ τι ἐξ αὐτοῦ: 1
  • ὅ τι ἐρχόμενος ἥξει, καὶ οὐ μὴ χρονίσῃ, &c. The Apostle interprets this by adding the article: ὁ ἐρχόμενος, the well-known designation of the Messiah.: 1
  • ὅ τι κρείσσων εἱς ποιῶν θέλημα, &: 1
  • ὑ μεῖς ἐποιήσατε κ.τ.λ: 1
  • ὑ μεῖς λέγετε: 1
  • ὑ πάρξεως: 1
  • ὑ πὲρ ἁπάντων: 1
  • ὑ πέραντλον: 1
  • ὑ πόδειγμα: 1
  • ὑ πόδικοι: 1
  • ὑ πόθεσιν: 1 2
  • ὑ πόθεσις: 1 2
  • ὑ πόστασιν: 1 2
  • ὑ πῆλθον: 1
  • ὑ πεκεῖτο στοιχεῖον: 1
  • ὑ περακοντίσαι: 1
  • ὑ περβαίνει: 1
  • ὑ περορίας: 1
  • ὑ ποβάθρας: 1
  • ὑ πογράφει, al. προϋπ: 1
  • ὑ πογράψας. al. ἐ πιγράψας: 1
  • ὑ πογραφὰς: 1
  • ὑ πογραφὴ πείρας, al. πείρα: 1
  • ὑ ποδείγματα: 1
  • ὑ ποδείγματι … λατρεύουσι: 1
  • ὑ ποθέσεις: 1
  • ὑ ποκειμένων: 1
  • ὑ ποπτεύειν: 1
  • ὑ ποσκελίσαι: 1 2
  • ὑ ποστάσει: 1
  • ὑ ποστάσεως: 1
  • ὑ ποστάσις: 1
  • ὑ ποστολὴ: 1
  • ὑ φαίνει: 1
  • ὑ φεστῶτι: 1
  • ὑ φορμοῦν: 1 2
  • ὑ φορμοῦντα: 1
  • ὕ θλον: 1
  • ὕ πουλον: 1
  • ὠ δινούσης: 1
  • ὠ θῶν: 1
  • ὡ ς ἄνθρωπον ἐξήταζεν: 1
  • ὡ ς ἄνθρωπος: 1
  • ὡ ς ἔτυχεν: 1
  • ὡ ς αἰτιολογίαν τιθεμένης τὰ ἐκ τῆς ἐκβάσεως συμβαίνοντα: 1
  • ὡ ς αὔτην ἔχειν και θ. γ: 1
  • ὡ ς λοιπὸν: 1
  • ὢ ν: 1
  • ὤ ρθριζον πρὸς: 1
  • ὥ στε εἶναι παράκλησιν ὑμῖν : the common editions follow mss.: 1
  • ὥ στε τὰ μετὰ ταῦτα λυμήνασθαι: 1
  • ὥ στε, φησι. Sav. &c. om. φησὶ: 1
  • ὧ ν νοοῦμεν: 1
  • ᾅ δου: 1
  • ᾔ εσαν, conj. for ἦ σαν: 1
  • ᾠ κειοῦντο: 1
  • ᾧ ἀπόκειται: 1
  • ῎ Αρα οὖν: 1
  • ῎ Ηδη γάρ ποτ̓ ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε: 1
  • ῞ Οπερ φθάσας εἶπε, according to Savile’s conjecture and a Vatican ms.: 1
  • ῞Αγις: 1
  • ῥ αγδαῖον: 1
  • ῥ αθυμίας: 1
  • ῥ ομφαίαν: 1
  • ῥ οπὴ: 1
  • ῥ οπὴν: 1
  • ῥ οπῆς: 1 2 3 4
  • –88 (John vi.: 1
  • —: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29
  • —a spiritual and so most intimate nearness—of the soul, not like that bodily nearness with which Moses was called to draw near.: 1
  • —from His being the true: 1
  • —our boast—: 1
  • ’: 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 13 14 15 16 17 18 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 29 30
  • ’ Eccl. Hist: 1 2
  • ’ bosom one of His disciples, whom Jesus loved. Simon Peter therefore beckoned to him, that he should ask who it should be of whom He spake. He then, lying on Jesus’: 1
  • ’ preparation;: 1
  • ’ sake. The supposition that Moses was meant by τὸν χρηματίζοντα is mentioned only to be rejected. [The words: 1
  • ’s Bible Dictionary (where the proportion is stated as 16 out of 32); but my attention was first called to the bearing of this upon the question of authorship by the quick observation of Rev. Hermann Lilienthal. It is not easy to give a precise numerical statement of the proportion because of the large number of historical allusions which can hardly be reckoned as quotations, and also because the New Testament writers often clothe their thoughts in the familiar words of the Old Testament, apparently without any conscious quotation. This matter, however, which cannot be tabulated, is quite in accord with the rest, and the whole Epistle is saturated with the language and the historical allusions of the Psalms. Taking only what may fairly be considered as designed quotations, the relative numbers taken from the Psalms are: Hebrews, 200; St. Luke, 25; St. Paul, 39; all others, 25. The Apocalypse is omitted from the calculation. In the comparatively few quotations in St. Luke less than one-third (17 out of 55) are from the Psalms, and every one of these in recording the words of others; less than one-fifth in St. Paul (16 out of 89); and in the others 22 out of 116. In Hebrews almost exactly one-half.: 1
  • ’s Grimm’s N.T. Lexicon: 1
  • ’s conject. and two mss.: 1
  • ’s conjectural reading, παρὰ τὸ τοῦ Π. in place of παρὰ τοῦ Π. for which there is also ms.: 1
  • ’s ed. καὶ is read here, and where the words are cited afterwards, in the common texts it is omitted. So critical editors consider that the sacred text is τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν καὶ ἔπρεπεν κ. λ. [The critical editors are not agreed; some insert the καί, others place it in brackets.—: 1
  • ’s edition the passage stands thus: καταπέτασμα ὁ οὐρανός· ὥσπερ γὰρ ἀποτειχίζει τὰ ἅγια καταπέτασμα, ἡ σὰρξ κρύπτουσα τὴν θεότητα. The translation is made as if the pointing was τὰ ἅγια· καταπέτασμα ἡ σὰρξ, κρύπτουσα τὴν θ. Otherwise we must supply ἡ σὰρξ before ὥ σπερ. [The pointing is better as it stands; at most, it is only necessary to understand καταπέτασμα after: 1
  • ’s interest in the Hebrews: that he not only wrote to them, but also intended to visit them;: 1
  • ’s interpretation;: 1
  • ’s liturgy. See Dr. Neale’s Liturgies of Mark: 1
  • ’s mss.: 1
  • ’s sermons and thus preserved what might have been less deliberately uttered as though it had been thoroughly well weighed. De Ador: 1
  • ’s servant, and cut off his right ear. The servant’: 1
  • ’s son, which should betray Him, Why was not this ointment sold for three hundred pence, and given to the poor? This he said, not that he cared for the poor, but because he was a thief, and had the bag, and bare what was put therein.: 1
  • ’s text is, ὃ [ὃ om. ms.: 1
  • ’s text omits ̓ Αβραὰμ, and has δεξάμενος for ἀ ναδεξάμενος: 1
  • ’s text seems needed here. The text of the Homily which he gives in accordance with all the authorities is: ὁ ρᾷς πῶς καὶ σκηνὴν καὶ καταπέτασμα καὶ οὐρανὸν τὸ σῶμα καλεῖ. But there is no appearance that the Apostle called Christ’s body heaven, nor do any of the texts cited show it. If however, we introduce καὶ before τὸ σῶμα, or substitute it for τὸ, we have a good sense, in accordance with the four texts cited by St Chrys. and the explanations which he afterwards gives. [The criticism of the English editor is not without some force; yet it seems best to adhere to the text of St. Chrys., as is here done. The proposed alteration does not remove the difficulty, which is merely negative. The rendering in the English edition is: 1
  • ’s text than to follow the alterations of the English edition—both because the passage is thus much clearer, and because this is professedly a translation of Field’s text, and his critical sagacity must be considered on such a point of higher value.—: 1
  • ’s text, though contained in the Benedictine, and should of course be omitted here.—: 1
  • ’s translation;: 1
  • ’s work for men was concerned, it was universal. He put it in the power of all to believe.—: 1
  • “But it is probable that the title, Paul the Apostle, was not prefixed to it. For as he wrote to the Hebrews, who had imbibed prejudices against him and suspected him, he wisely guards against diverting them from the perusal by giving his name.”: 1
  • “Now I tell you before it come, that when it is come to pass ye may believe that I am.”: 1
  • “The Optative Mode in Hellenistic Greek,” by Prof. H. M. Harman, D.D., LL.D. Journal of Soc. of Bibl. Lit. and Exegesis: 1
  • …: 1 2 3
  • Αἰγύπτου. This is the approved reading of the sacred text and of St. Chrys. The common editions have ἐ ν Αἰγύπτῳ: 1
  • Δεκανοὶ: 1
  • Δεσπόσυνοι: 1
  • Δεσπότην: 1
  • Διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ] thrown into the imperative form.: 1
  • Εἰς πῦρ ξαίνοντι. Plat. Legg.: 1
  • Θάμνος τ̓ οἵωνός τε καὶ ἐξ ἁλὸς ἔμπυρος ἰχθύς: 1
  • Θεοῦ: 1
  • Κύριε: 1
  • Κύριον: 1
  • Κύριος εἰμὶ τοῦ ἄγειν: 1
  • Σίμων ̓Ιωνᾶ: 1
  • Σύρος. [Field’s mss.: 1
  • Σιμῶνος Πέτρου: 1
  • Τὸ ἀντικατέστητε, πρὸς τοὺς ἑστῶτας εἴρηται, which cannot easily be reproduced in English.—: 1
  • Τοὺς ὀχετοὺς τῶν ἀμαρῶν ἕλκειν. An instance of employment requiring skill and practice. v. Iliad: 1
  • Φαρισαίους: 1
  • Χαίρετε: 1
  • αἰὼν: 1
  • αἰώνων: 1
  • αἰῶνος: 1
  • αἰνίγματα: 1
  • αἰνίττεσθαι: 1
  • αἰωνίου: 1
  • αἰωνίων: 1
  • αἰωνας: 1
  • αἴτιον: 1
  • αἷς ; ἃς: 1
  • αὐθεντίαν: 1
  • αὐθεντίας: 1
  • αὐτὰ: 1 2 3
  • αὐτάρκης: 1
  • αὐτὸς αὐτὸ γίγνεται: 1
  • αὐτόθεν: 1
  • αὐτόματα: 1 2
  • αὐτόματος: 1
  • αὐτόν: 1
  • αὐτῇ: 1
  • αὐτοῦ: 1 2
  • αὐτοῦ ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ: 1
  • αὐτοζωή: 1
  • αὑτοὺς ἐπήρωσε: 1
  • αὕτη: 1
  • βάλε [φέρε: 1
  • βάλλειν: 1
  • βάναυσον καὶ ὑγρὸν: 1
  • βήματος: 1
  • βίον: 1 2
  • βαλεῖν: 1
  • βαρβάρους: 1
  • βασίλεια, but Sav. βασιλεια: 1
  • βδελυρὰ: 1
  • βεβήκοτα: 1
  • βεβίασται τὸ σόν ;: 1
  • βεβηλοῦνται: 1
  • βιωτικὰς: 1
  • βούλεται: 1
  • βούλεται διδάξαι, Ben. and mss.: 1
  • βούλομαι: 1
  • βοῶν: 1
  • βουλήσει καὶ γνώμῃ: 1
  • βουλήσεις: 1
  • βουνοὶ ) according to the Alexandrine mss.: 1
  • βουνοὶ) as called to witness by God: in the verse preceding this (Mic. vi. 1: 1
  • γὰρ: 1
  • γέγονεν: 1
  • γίνεται: 1
  • γόμφους: 1
  • γεέννης: 1
  • γεγενημένην … ἐ κ: 1
  • γεγονε: 1
  • γενόμενος ἔμπροσθεν: 1
  • γενεᾷ: 1
  • γενητός: 1
  • γενητῇ: 1
  • γεννήσεως: 1
  • γενναίως: 1
  • γεννητὸς ἀγενητῶς: 1
  • γεννητῇ: 1
  • γενομένων : Here and afterwards μελλόντων has been substituted in the modern editions of St. Chrys. γενομένων: 1
  • γεωργοῦσι: 1
  • γνήσιος: 1 2 3
  • γνώμῃ: 1
  • γνώμης: 1 2
  • γνησίως: 1
  • γνωμὴν: 1
  • γνωστῶς: 1
  • γυμνάζει: 1
  • δήλων. Savile and Morell following some mss.: 1
  • δίαιταν: 1
  • δίκαις: 1
  • δόκιμος: 1
  • δόξα: 1
  • δῆμον: 1
  • δῷς for δῴης: 1
  • δείλην: 1
  • δεῖξαι: 1
  • δεικνὺς ὅτι οὐκ ἐκεῖνα ἁπλῶς ἦν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ οἰκονομία ἔξω πάθους ἦν: 1
  • δεσποτείας: 1
  • δευτέρῳ δὲ ὅτι οὐ: 1
  • δημηγορῶν: 1
  • δημιουργίας: 1
  • δημιουργὸς: 1
  • δημιουργεῖ: 1
  • δἰ ὁ καὶ τὴν ὑπακοὴν ἀναβάλλεται: 1
  • δἰ ὑμᾶς: 1
  • δἰ οὗ: 1 2
  • διὰ: 1 2
  • διὰ λουτροῦ: 1
  • διὰ μεσίτου: 1
  • διὰ τὸ τὴν κεφαλὴν τοῦτο γίνεσθαι, al. γίνεται: 1
  • διὰ τὸ τῶν ἁμαρτημάτων ἀνενέργητον: 1
  • διὰ τῶν πραγμάτων: 1
  • διὰ τοῦ υἱοῦ: 1
  • διὰ τοῦτο, or διὰ ταύτης: 1
  • διάθεσιν: 1
  • διάνοια οὖς: 1 2
  • διάπλασιν: 1
  • διάστημα: 1
  • διέκυψε: 1
  • διέσυρε: 1
  • διέσυρον: 1
  • διαῤῥεῖν: 1
  • διαβαλεῖν, al. διαλαβεῖν, al. διαπερᾶν: 1
  • διαβαστάζοντα: 1
  • διαθεσεως: 1
  • διακύψαι: 1
  • διακεχυμένοι: 1
  • διακεχυμένον: 1
  • διακονίαν: 1
  • διακρατοῦμεν: 1
  • διακρούεσθαι: 1
  • διακωδωνίζει: 1
  • διακωδωνίσαντες: 1
  • διαμωκῶνται: 1
  • διαξαίνομεν: 1
  • διαπορθμεύων: 1
  • διασπώμενος: 1
  • διαστροφή: 1
  • διεπόρθμευσεν, the word is specially applied to messages between earth and heaven, by Pseudo-Dionys. Areop. de Celesti Hierarchia: 1
  • διεστράφη: 1
  • δικαιώματα: 1
  • δικαστήριον: 1
  • δινεῖσθαι. The common editions read κινεῖσθαι. Savile observes that it was the opinion of St. Chrys. that the heaven was stationary, and that the sun, moon and stars moved through it. [Such may have been St. Chrysostom’s opinion, but it does not appear in this passage.—: 1
  • διοικεῖ : so Tertullian in the well-known words: Adv. Prax: 1
  • διορθώσεως: 1
  • δραπετεύοντα: 1
  • δραπετεύσει: 1
  • δυὸ πρόσωπα δεικνὺς, καὶ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον. That is both: 1
  • δυὸ τὸν αὐτὸν δεικνὺς, κ. θ. κ. ἀ: 1
  • δυνάμεις: 1
  • δυσήνιος: 1
  • δυσανασχετῶν: 1
  • δυσειδία. Mut. and one ms.: 1
  • δυσωδία: 1
  • εἰ μὲν οὖν τελείωσις, τουτέστι τῆς τῶν πραγμάτων, τῆς τῶν δογμάτων, τοῦ Βίου ἡ τελείωσις. It is not clear, as Mr. Field remarks, to what the articles τῆς, τῆς: 1
  • εἰ μὴ. Savile’: 1
  • εἰ π. ὑπ: 1
  • εἰκόνος εἰκὼν, Ben.: εἰκών: 1
  • εἰκόσιν. The comparison is not between the living object and the picture, but between representations in drawing and in painting; the word εἴκων: 1
  • εἰκῆ now rejected by nearly all critical editors.—: 1
  • εἰκῇ πάντα ἐρωτῶντα. Savile reads ἐ ρωτῶν, with the conjecture ἐ ρῶν. The reading rendered above best suits the sense, and is supported by mss.: 1
  • εἰλικρινοῦς: 1
  • εἰρωνείας: 1
  • εἰς ἀθέτησιν τῆς ἁμαρτίας διὰ τῆς θυσίας αὐτοῦ πεφανέρωται, which he had omitted before: ἀ θέτησις: 1
  • εἰς ἓν: 1
  • εἰς αὐτὸν: 1
  • εἰς δάκρυα καθέλκων: 1
  • εἰς καταβολὴν σπέρματος: 1
  • εἰς κλίβανον: 1
  • εἰς παιδείαν εἰς παιδείαν ὑπομένετε is the reading of the best mss.: 1
  • εἰς παροξυσμὸν: 1
  • εἰς πολὺ παρετείνετο: 1
  • εἰς σύνεσιν: 1
  • εἰς τὰ μέρη: 1
  • εἰς τὰς Σπανίας ἦλθεν· εἶτα εἰς ̓Ιουδαίαν ἔβη ὅτε καὶ ̓Ιουδαίους εἶδε.—F.G.]: 1
  • εἰς τέλος: 1
  • εἰς τὴν τῶν δυὸ ὑπόστασιν. Sav. and Ben. read ἐ. τ. τ. δ. ὑποστάσεων δήλωσιν: 1
  • εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ: 1
  • εἰς τὸ παντελές: 1
  • εἰς τὸν κόσμον: 1
  • εἰσάγει τὰ παῤ ἑαυτοῦ: 1
  • εἰσεκώμασε: 1 2
  • εἰσερχομένην ; probably used by St. Chrys. as if τὴν σάρκα: 1
  • εἶδος: 1
  • εἶπον: 1
  • εὐγενεία: 1
  • εὐγνώμονες: 1
  • εὐγνώμονος: 1
  • εὐγνωμονέστερον: 1
  • εὐγνωμοσύνην: 1
  • εὐδόκιμον: 1
  • εὐδαίμονες: 1
  • εὐδοκίμησιν: 1
  • εὐκολίαν: 1
  • εὐκολία, al. ῥ αστώνη: 1
  • εὐκολωτέρα: 1
  • εὐλάβειαν: 1
  • εὐλαβεστέρους: 1
  • εὐπερίστατον: 1
  • εὐρίπιστοι: 1
  • εὐσεβείαν: 1
  • εὐσχημόνως: 1
  • εὐτελείας: 1
  • εὐτονίαν: 1
  • εὐφήμῳ: 1
  • εὔθραυστον ὁρμὴν, al. εὔκολον γνώμην: 1
  • ζωὴν: 1
  • θάλαμος: 1
  • θέλω: 1
  • θέσιν: 1
  • θῦμα καὶ ἱερεῖον: 1
  • θαλάμου: 1
  • θαυμάζων: 1
  • θαυμαστοὶ: 1
  • θεώρει: 1
  • θεῖα τελεῖται ἐν αὐτῷ σύμβολα: 1
  • θεατριζόμενοι: 1
  • θεομάχοις had been substituted in the common texts. Both conjectures are now confirmed by ms.: 1
  • θεραπεύει: 1
  • θεωρία: 1
  • θεωρεῖ: 1
  • θεωρημάτων: 1
  • θηρίων: 1
  • θηριομάχοις: 1
  • θλίβεται σφὴνούμενος: 1
  • θλίψεσι: 1
  • θλῖψις: 1
  • θμιζεν: 1
  • θολὸς: 1
  • θολοῖ: 1
  • θρήνων: 1
  • θρασεῖα: 1
  • θυσία: 1
  • θυσία commonly has the meaning given in the text, not that in the note.—: 1
  • θυσίας, which has been followed in the translation. [There are, however, as many mss.: 1
  • θυσίας. Mr. Field adopts the reading of the later mss.: 1
  • κἂν ἐλεύθερος. Mr. Field many years ago in earlier volumes of his edition, suggested the true reading here, as also the word θηριομάχοις: 1
  • κἂν μἡ καταβάλῃ. One ms.: 1
  • κάρῳ: 1
  • κήρυγμα: 1
  • κήρυξ: 1
  • κήρυξ was a special mark of dignity, belonging to certain offices. See Mr. Field’: 1
  • κόπτεσθαι: 1
  • κύριος.—: 1
  • κώμῃ: 1
  • καὶ ἀπὸ ἐξαγορεύσεως: 1
  • καὶ ἄρτον αἰτῶν, φησί. There is great variation in the mss.: 1
  • καὶ ἐνεπύρισεν ὁ Θεός: 1
  • καὶ ὑμ. λέγετε: 1
  • καὶ ὑποψίας ἦν μετὰ τὸ κήρυγμα λοιπόν: 1
  • καὶ διὰ τοῦ ἀπαυγάσματος τῆς οὐσίας τὴν ἐγγύτητα ἔδειξεν. Sav. and Ben. read διὰ δὲ τοῦ ἀ. τὸ ἴσον ἐσήμανε τῆς οὐσίας, καὶ τὴν πρὸς τὸν πατέρα ἐγγύτητα: 1
  • καὶ κατέστησας αὐτὸν ἐπὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν σου. This clause is omitted from the text of the Epistle by critical editors of the New Testament, and is not commented on by St. Chrysostom. [It is bracketed by Lu., Tr., W. H., and the Basle ed., but retained in the Revision.—: 1
  • καὶ πάντα τὰ αὐτοῦ ὄντως ἀνεζήτη, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀώρου ἡλικίας τῆς σφαττομένης: 1
  • καὶ πίστεσιν. [These same two words, ἐ λεημοσύναι καί πίστεις: 1
  • καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας. The common texts of St. Chrys. add here ἔ τεκεν, in accordance with the common editions of the New Testament; but in neither case is it supposed to be genuine. [Field’s text omits it, and it is not in critical editions of the text of Heb.—: 1
  • καὶ πεισθέντες: 1
  • καὶ πεισθέντες, are not in St. Chrysostom’s text or in that of any critical edition. In the R.V. they are omitted.—: 1
  • καὶ πρὸς αὐτὸν: 1
  • καὶ πρὸς σέ: 1
  • καὶ τοῦ μὴ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς αὐτὴν ἀναμένειν: 1
  • καθ̓ ἑαυτὴν: 1
  • καθ̓ ὃ: 1
  • καθ̓ ὃν [καιρὸν: 1
  • καθ̓ ὑπέρβατον: 1
  • καθάπαξ: 1 2
  • καθάπερ οὖν καὶ θνητὴν γενομένην: 1
  • καθέστηκε: 1
  • καθῆκα: 1
  • καθαρὰ: 1
  • καθαράν: 1
  • καθεῖναι: 1
  • καθηγητὴς: 1
  • καθυφεὶς: 1
  • καιρίῳ: 1
  • κακῶς ἡνωμένων: 1
  • κακουχούμενοι: 1
  • καλὰ: 1
  • καλέσαι and (excepting one) not any stop after it. St. Chrys. probably has in view the fact of Moses being called up to the top of the Mount,: 1
  • καλῶν τις: 1
  • καλοὺς κἀγαθοὺς: 1
  • καλοῦντι: 1
  • καπηλείας, see St. Chrys. on 2 Cor. ii. 17: 1
  • καρπούς. [At the head of the homily the word is in the singular, as in the text of Hebrews; it is here commented upon as if in the plural.—: 1
  • κατ̓ ἐνιαυτὸν: 1
  • κατ̓ εἶδος: 1 2 3
  • κατὰ πίστιν: 1
  • κατὰ πνεῦμα is the reading adopted by Mr. Field, following herein an ancient Catena [compiled by Niketas Archbishop of Heraclea in Thrace who flourished in the 11th century] which has preserved it: κατὰ τὸν πατέρα is found in all other mss.: 1
  • κατὰ προαίρεσιν: 1
  • κατὰ τὰ εἰρημένα: 1
  • κατὰ τὴν ὑπόστασιν: 1
  • κατὰ τὸ ῥητὸν: 1
  • κατὰ τὸ π: 1
  • κατὰ τοῦ ν: 1
  • κατόρθωμα: 1
  • καταβλάπτει: 1
  • καταγωγἡ: 1
  • κατακαμπτομένης: 1
  • κατακρημνίζεται: 1
  • καταλάβῃ: 1
  • καταλύσας, al. τελευτήσας: 1
  • κατανυγῶμεν: 1
  • κατασκεύασας: 1
  • κατασκευάζει: 1
  • κατασκευὴ: 1
  • καταστάσεως: 1
  • καταφρονεῖ: 1
  • καταχωννύμενα: 1
  • κατεδέξετο: 1
  • κατεπόθησαν: 1
  • κατεποντίσθησαν: 1
  • κατεσκεύασεν: 1
  • κατεσκεύασται: 1
  • κατεχόμενου: 1
  • κατηγοροῦντες, conject. τηροῦντες: 1
  • κατηξιώθησαν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος ἀτιμασθῆναι. The common editions of St. Chrys. as the common text of the New Testament, add αὐτοῦ: 1
  • κατηφεῖν: 1
  • κατηχεῖν: 1
  • κατορθώματα: 1 2
  • κατορθωμάτων: 1 2
  • κατωφερὴς: 1
  • κενώσειε: 1
  • κενῶσαι ἑαυτὸν: 1
  • κενῶσαι. This word is used commonly by St. Chrys. for giving away one’: 1
  • κενοδοξία: 1
  • κεχρημάτισται —a word always used of Divine communications.—: 1
  • κηδεμονίας: 1 2
  • κινῶ, πᾶσιν ἀνθρώποις ὁμοίως ἀρμόζοντα, καὶ πᾶσιν ἐπιτήδειον πάθεσιν: 1
  • κινδυνεύω seems here as elsewhere in writers of this age to imply actual suffering as well as danger;: 1
  • κιρνᾶ: 1
  • κληρονόμον ἀφιέναι τὸν Χ. ἀφίεντα may be conjectured. The Ben. ed. reads, πειθέτω καὶ κλ. κ.τ.λ: 1
  • κλοπὴν δεδημοσιευμένην: 1
  • κοινὸν προύκειτο: 1
  • κοινῆς ἐννοίας: 1
  • κοινωνία: 1
  • κοιτωνίσκῳ: 1
  • κομῶντα: 1
  • κομισάμενοι. This word is used by St. Chrys. throughout this passage without any variation of reading. The text of the Epistle here has λαβόντες: 1
  • κοπιᾶται: 1
  • κορυφαίου: 1
  • κορυφαῖος: 1
  • κοσμικαῖς καὶ κοσμικοῖς: 1
  • κράζειν: 1
  • κρίμα: 1
  • κρίνεσθαι: 1
  • κρατητικόν. The common text, besides other additions, adds the explanatory words τοῦ αἵματος: 1
  • κτισθεὶς: 1
  • κυβερνῶν: 1
  • κυρίους: 1
  • κυριώτερα: 1
  • λέγει ἕτερος προφήτης· δόλος οὐχ εὑρέθη ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ (τουτέστιν, οὐχ ὕπουλος· τοῦτο ἄν τις περὶ Θεοῦ εἴποι ; καὶ οὐκ αἰσχύνεται λέγων, ὅτι ὁ θεὸς οὐκ ἔστιν ὕπουλος, οὐδὲ δολερός ; περὶ μέντοι τοῦ κατὰ σάκρα ἔχοι ἂν λόγον: 1
  • λέγοντες, an irregular construction: the common texts substitute λέγουσιν: 1
  • λήμη: 1
  • λήμης: 1
  • λίχνον: 1
  • λόγον: 1
  • λόγος: 1
  • λόγος of the Second Person of the Trinity. It is now generally interpreted as a personification of the spoken or written word sent forth by Him.—: 1
  • λόγου: 1
  • λόγων ὑποθέσει: 1
  • λύει: 1
  • λύμη: 1
  • λύπης: 1
  • λύσιν τῶν ἡμαρτημένων: 1
  • λύχνον: 1
  • λαλεῖται ;: 1
  • λαλεῖ, with the most approved mss.: 1
  • λατρεύειν: 1
  • λατρεύομεν is the reading of all the mss.: 1
  • λατρεύομεν, but elsewhere he concurs with nearly all the critical editors, the A.V. and the R.V. in reading λατρεύωμεν.—: 1
  • λατρεύωμεν: 1
  • λειτουργία: 1
  • λειτουργίαν: 1
  • λειτουργίας: 1 2
  • λεπτῶν ὀθονίων: 1
  • ληξιν: 1
  • λιπαίνει: 1 2
  • λιτὴ: 1
  • λιτόν: 1
  • λογισάμενος. The cognate word λογισμὸς: 1
  • λογισμὸν: 1
  • λοιπὸν: 1
  • λοχείας: 1
  • μάχαιραν: 1
  • μέσον: 1
  • μέσως, al. μέσος: 1
  • μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κ.τ.λ: 1
  • μᾶλλον αὐτοῦ καθάπτεται συμφερόντως: 1
  • μακρῶν λόγων ἀνελίττοντες διαύλους. The δίαυλος: 1
  • μαλάττεσθαι: 1
  • μαναὰ: 1
  • μανιάκην: 1
  • μαννὰ, as has one ms.: 1
  • μαρτύρων ὄγκον. St. Chrys. connects ὄ γκον with μαρτύρων and takes πάντα as a neuter plural; the words of the Apostle, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος, μαρτύρων ὄγκον, ἀποθέμενοι πάντα: 1
  • μαρτυροῦμεν: 1
  • μείζονός εἰσιν ἰσοτιμίας. If this be the right reading, the sense is, that the Father and the Son are more Equal in honor than human father and son. Sav. reads μεῖζον. Ben. μείζονός ἐστιν, omitting ἰ σ: 1
  • μείζονα: 1
  • μείζονος πολιτείας: 1
  • μεγάλης βουλῆς ἄγγελος: 1
  • μεθεκτἡν δωρεὰν: 1
  • μεμερινημένην: 1
  • μετ̓ ἀδείας: 1
  • μετ̓ ἐμῶν: 1
  • μετὰ: 1
  • μετὰ ταῦτα: 1
  • μετὰ τελείωσιν, i.e. by Baptism. [The meaning of τελείωσις can hardly here be restricted to the baptism of the individual, but rather refers to the perfection of the means of salvation under the Gospel, which the Apostle so often expresses in this Epistle by τελείωσις .—F.G.]: 1
  • μετὰ τοῦ Υἱοῦ σὺν τῷ Πνευματι τῷ ̔Αγίῳ, sometimes διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν τῷ Πνεύματι τῷ ̔Αγίῳ. They said that the latter, by which they meant to imply inferiority in the Third Person especially, was the only proper form. This gave occasion to St. Basil’s writing his Tract: 1
  • μετάθεσις ἀμείνων: 1
  • μετέπεσεν: 1
  • μετέωροι: 1
  • μετέωρον: 1
  • μεταπεσεῖν: 1
  • μετριάζειν: 1
  • μετριάζωμεν: 1
  • μετριάζων: 1
  • μετριοπαθεῖν: 1 2
  • μικροψυχίαν: 1
  • μικροψυχῶμεν: 1
  • μιμηταὶ: 1
  • μοναζόντων ἀνδρῶν: 1
  • μονομάχος. The reading of the common editions is [κἂν δοῦλος ᾖ] κἂν ἐλεύθερος, κἂν μόναχος. The word μόναχος had been at a very early period written by some copyists for μονομάχος (Mutianus has: 1
  • μσον: 1
  • μυρία: 1
  • μυρία φιλοσοφεῖν: 1
  • μυσταγωγίαν: 1
  • νέκρωσίς: 1
  • νήφειν: 1
  • νήψατε: 1
  • νόσον: 1
  • νῦν: 1
  • ναυτιῶμεν: 1
  • νεώσει: 1
  • νεῦρα: 1
  • νενομοθέτηται is the reading of the best mss.: 1
  • νενομοθέτητο: 1
  • νενομοθέτητο , the critical editors have νενομοθέτηται: 1
  • νοεῖ ἡ διάνοια: 1
  • νοητὸν: 1 2
  • νοητῆς: 1
  • νοητῶν: 1
  • νοητοῦ: 1
  • νομοθετουμένων: 1
  • νοοῦμεν: 1
  • νοσηλεύωμεν: 1
  • νυμφὼν: 1
  • νυστάξει: 1
  • νωθροὶ: 1 2
  • οἰκείοις ακοῖς: 1
  • οἰκεῖον τὸ πάθος: 1
  • οἰκειοῦσθαι: 1
  • οἰκονομήσοντα: 1
  • οἰκονομία: 1
  • οἰκονομία is not so much the Incarnation as the whole arrangement of the Christian dispensation—here with especial reference to Christ’s death.—: 1
  • οἰκονομίας: 1 2
  • οἰκονομίας τινὸς: 1
  • οἰκονομῶν: 1
  • οἰκονομῶν τὰ ἀνθρώπινα: 1
  • οἱ κατ̓ ἐκείνους: 1
  • οἱ περιπατήσαντες: 1
  • οἱ τύλοι, a very happy emendation of Mr. Field’s for στῦλοι: 1
  • οἱ τυφλοὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς: 1
  • οἱκημάτων: 1
  • οἴκοθεν: 1 2
  • οἶκον: 1
  • οὐ γὰρ εἴπεν, ἄνωθέν σε οἶδα, καὶ τὸν τρόπον, καὶ τὴν ἐπ: 1
  • οὐ δύνασθε: 1
  • οὐ λαμβάνετε: 1
  • οὐ μὴ ἀπ: 1
  • οὐ πολλὴν: 1
  • οὐδὲ ὄναρ: 1
  • οὐδὲ ὄναρ μετέχοντας, al. οὔδενα λόγον ποιουμένους: 1
  • οὐδὲν τὸ μέσον: 1 2
  • οὐδαμοῦ γνώριμοι γεγόνασι: 1
  • οὐδεὶς ἀνθρώπινα φρονεῖ. This is the reading also of Savile and Morell. It is supported by one ms.: 1
  • οὐδεὶς ἐπίασεν αὐτόν: 1
  • οὐδ. οὐράνια φ: 1
  • οὐκ ἀπεστάλην: 1
  • οὐκ ἀπιστῶ: 1
  • οὐκ ἐκομίσαντο. [St. Chrys. in another work has the reading λαβόντες, but κομισάμενοι is generally adopted by the critical editors as the true text in the Epistle.—: 1
  • οὐκ ἔχει φύσιν τὸ πρᾶγμα: 1
  • οὐκ ὄντα ἐχαρίσατο: 1
  • οὐκέτι: 1 2
  • οὐν: 1
  • οὐσία ἐνυπόστατος: 1
  • οὐσίαν: 1
  • οὐσίας: 1 2
  • οὐσιώθη: 1
  • οὐσιώσεως: 1 2
  • οὐχ ὕπουλος· καὶ ὅτι τοιοῦτος, ἄκουε τοῦ προφήτου λέγοντος· οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, τοῦτο οὖν ἄν τις περὶ Θεοῦ εἴποι ; ὁ δὲ οὐκ αἰσχύνεται λέγων, ὅτι ὁ θεὸς οὐκ ἔστιν ὕπουλος, οὐδὲ δολερός ; περὶ μὲν οὖν τοῦ κατὰ σάρκα ἔχοι ἂν λόγον: 1
  • οὑσία: 1
  • οὔ γὰρ εἶχεν ἐξουσίαν: 1
  • οὕτω τὰ πράγματα ᾠκονόμει: 1
  • οὕτω τοῖς θείοις λόγοις προσβάλλωμεν, καὶ οὕτω μετὰ συντετριμμένης σφόδρα τῆς διανοίας κ.τ.λ: 1
  • οὕτως οὐδὲ βαπτισθῆναι: 1
  • οὗ μάλιστα καὶ ἐντεῦθεν τὴν κηδεμονίαν ἔστι μαθεῖν: 1
  • οὗτοι κἀκεῖνοι: 1
  • οὗτος. Mr. F. observes that St. Chrys. more usually cites the text without οὗτος: 1
  • οὗ, al. ἧ ς: 1
  • πάθη: 1 2
  • πάλιν: 1 2 3
  • πάλιν ἐπέστη: 1
  • πάντα: 1
  • πάντα ἐγίνετο: 1
  • πάντας: 1
  • πάντες: 1
  • πάντι: 1
  • πάρελκον: 1
  • πάρεργα: 1
  • πάρεργον: 1
  • πέραν [εἰς τὸ π: 1
  • πίνακα: 1
  • πίστεις were the distinct acts of faithfulness: 1
  • πίστις with the article in this place and a little below means the Creed;: 1
  • πόθεν ἀγοράσομεν ἄρτους ἵνα ἔρχεται, κ.τ.λ: 1
  • πόλιν: 1
  • πότε, making a double question. The other editions have ποτε: 1
  • πᾶσαν τὴν πραγματείαν συνεστήσατο: 1
  • πῶς ἂν ταῦτα for πῶς ἐνταῦθα: 1
  • πῶς οὖν ἔλαβεν αὐτόν ; The Catena has πῶς συνέλαβον αὐτόν ;: 1
  • παῤῥησίας: 1 2
  • παῤῥησίας πολλῆς: 1
  • παθημάτων: 1
  • πανηγύρει should be connected with the preceding or following clause is merely a question of punctuation. It is joined to the latter both in the A.V. and the R.V.—: 1
  • πανηγύρει. See next column. This word is connected with the preceding μυρίασιν ἀγγέλων: 1
  • παννυχὶς. The term applied by Christians to whole nights spent in Psalmody and Prayer;: 1
  • παννυχίσωμεν: 1
  • παντὶ τῷ μεριμνῶντι ἔνεστί περισσόν: 1
  • παρὰ: 1 2
  • παρὰ Θεοῦ. The reading of the common edition is: Χριστοῦ: 1
  • παρὰ σεαυτῷ: 1
  • παρὰ σοί, i.e. in the Godhead, or with God. However, one Vatican ms.: 1
  • παρὰ τὸ σκηνοῦν ἐκεῖ: 1
  • παρά σε: 1
  • παράστησαι: 1
  • παρέλκον: 1
  • παρέργως: 1
  • παρέσταναι. So Ben. and mss.: 1
  • παρήχθημεν: 1
  • παραγίνηται: 1
  • παραδειγματισμός, of which the παραδειγματίσαι: 1
  • παρακύψειν: 1
  • παρακαλεῖτε: 1
  • παρακλήσεως: 1
  • παρακνίζειν: 1
  • παραλύσεως, al. παραβάσεως: 1
  • παραλλαγήν: 1
  • παραλυθέντας … παρειμένους: 1 2
  • παρανοίξαντες: 1
  • παραπλησίως: 1
  • παραρρυῆναι: 1
  • παρατήρησις ;: 1
  • παρατηρεῖσθε: 1
  • παρατηρεῖτε: 1
  • παραφθέγγονται: 1
  • παραχαράτοντας: 1
  • παραχαράττωσι: 1
  • παρείληπται ἐπὶ τῆς οἰκονομίας: 1
  • παρεγγυάσαντες: 1
  • παρεσαλεύθησαν: 1
  • παρηλλαγμένον: 1
  • παροινήθεντος: 1
  • παρουσία: 1
  • παρυφέστηκε: 1
  • παστάδος: 1
  • πατρίδος: 1
  • παχύτατα: 1
  • παχύτερα: 1
  • παχύτητος: 1
  • πενθους: 1
  • πεπιλημένην: 1 2
  • πεποιηκέναι: 1
  • περὶ τὸν Χ: 1
  • περίστασιν παθεῖν: 1
  • περιίστησι: 1
  • περιουσίας: 1
  • περιπίπτειν: 1
  • περισσὸν ἔχωσι: 1
  • περιστῆναι: 1
  • περιστελεῖται: 1
  • πηγασαι: 1
  • πηρώματα: 1
  • πηροῦνται, a conjecture of Dr. Heyse, for πειρῶνται: 1
  • πιστὸς: 1
  • πλαδῶσα: 1
  • πλεονεξίας: 1
  • πλευρὰς διωρυγμένους: 1
  • πνεῦμα: 1
  • πνευματική: 1
  • ποιήσας: 1
  • ποιῶμεν [ποιοῦμεν: 1
  • ποιοῦμεν: 1
  • πολίτην. The common editions have πλησίον, as has the common text of the New Testament, but there also Scholz, Lachmann, Tischendorf [Tregelles, W. and H.] read πολίτην, which is the word used in Jeremiah, according to the Vatican ms.: 1
  • πολὺ μέγα: 1
  • πολύπλοκον: 1
  • πολύτροπος: 1
  • πολῖτας: 1
  • πολιτεία: 1
  • πολιτείαν: 1
  • πολιτείας: 1 2 3 4
  • πολιτισμὸς: 1
  • πολλάκις, see Mr. Field’: 1
  • πολλὴν παρέχωμεν τὴν ἡσυχίαν: 1
  • πολλοὶ τῶν ἀναγινωσκόντων τὸ ῥητὸν τοῦτο διαποροῦντες φάσι· τί δήποτε Πέτρος κ.τ.λ: 1
  • πολυειδὴς: 1
  • πομπῆς: 1
  • πομπεύουσα: 1
  • που ἔπνει: 1
  • πρὶν γενέσεως: 1
  • πρὸς: 1 2
  • πρὸς ὑπόστασιν: 1
  • πρὸς σωτηρίας: 1
  • πρόῤῥησιν: 1
  • πρόσχυσιν: 1
  • πρόσχυσις: 1
  • πρώην: 1
  • πρᾶγμα: 1
  • πρῶτος ἢν: 1
  • πρεσβυτέρα. The word is elsewhere used in this sense by St. Chrys. See Mr. Field’s notes. St. Chrys. often points out that the Ep. ii.: 1
  • προέτειναν: 1
  • προῃρῆσθαι: 1
  • προαίρεσιν: 1 2
  • προαιώνιον: 1
  • προαιώνιος: 1
  • προαιρέσει: 1
  • προαιρέσεως: 1
  • προβατικὴ κολυμβήθρα [ἐ πὶ τῇ π: 1
  • προείρηται: 1
  • προείρ.—F.G.] have εἴρηται ,: 1
  • προελέσθαι καὶ βουληθῆναι: 1
  • προελθοῦσα: 1
  • προηγόρευται: 1
  • προηγουμένως: 1
  • προθεσμίαν ἀπολογίας: 1
  • προκαταπληττομένης αὐτῶν ὡς ᾠόντο: 1
  • προκειμένου … προβληθέντος. The former word is used by St. Chrys. to express the portion of Scripture on which he is treating: the latter is a received term in the dialectical method of the Greeks to express a proposition put forward to be argued from, to see what consequences follow from it, with a view of showing it to be untrue, or determining the sense in which it is true. St. Chrys. means to say that this proposition was only thus argumentatively inferred by St. Paul.: 1
  • προληψεως [preoccupation.—: 1
  • προξενεῖ: 1
  • προξενοῦσα: 1
  • προξενοῦσα, al. ἐ πάγουσα: 1
  • προοίμιον: 1
  • προοιμίων: 1
  • προσήκοντα καιρὸν: 1
  • προσίσταται: 1
  • προσεδέξασθε: 1
  • προσεκύνησεν: 1
  • προσηλώσας: 1
  • προσηλοῦν: 1
  • προσκυνεῖ: 1
  • προστασία: 1
  • προστασίαν: 1 2 3
  • προστετηκέναι: 1
  • προστετηκὸς: 1
  • προστιθέασι τῇ πτήσει πάλιν καὶ … πλείονα συνάπτουσιν: 1
  • προσφάγιον: 1
  • προτρεπτικὴ: 1
  • προφορικὸν: 1
  • πρωτοτόκια: 1
  • πυκνὸς: 1
  • πυκτίον: 1
  • σὰρξ, which the contrast plainly suggests.—: 1
  • σήμερον … σε, and for ἐ ξ οὗ ἐστιν ὁ θεός ὥσπερ γὰρ have ἐ ξ αὐτοῦ ἐστιν· ὥσπερ δὲ, so that the passage runs;: 1
  • σὺ λέγεις: 1
  • σὺ μαρτυρεῖς: 1
  • σύλληψιν: 1
  • σύμβολον: 1
  • σύνεσις: 1
  • σύνθεσιν: 1
  • σαββατισμὸς: 1
  • σαγήνη: 1
  • σαγηνεύσῃ: 1
  • σαγηνεύσασα: 1
  • σατανικόν: 1
  • σαφηνίζει: 1
  • σεμνότητα: 1
  • σεμνολογήματα: 1
  • σηκῶ: 1
  • σκάμματα, διαύλους, λαβὰς, terms of the wrestling school. σκάμμα, the place dug out for the exercise, hence the exercise itself. δίαυλος, the double course. λαβὴ, the gripe of the wrestler. Thus of Job, on Stat. Hom. i. 16; of the Three Children, ib. Hom. iv. 8, &c.: 1
  • σκάμματι: 1
  • σκήσαμεν: 1
  • σκώμματα: 1
  • σκαιώρημα: 1
  • σκαμμάτων: 1
  • σκεπάσματα: 1
  • σκιατροφία: 1
  • σοβοῦντας: 1
  • σοφίας: 1
  • στίζεσθαι: 1
  • στενάζοντες: 1 2
  • στερροὺς καινοὺς: 1
  • στηλιτεύεσθαι: 1
  • στοιχείοις: 1
  • στοιχεῖ: 1
  • στομάτων: 1
  • στρέφεσθαι: 1
  • στρέφεται: 1
  • στρατιῶται: 1
  • συγκατάβασις: 1
  • συγκεκραμένους. Sav. and Ben. have συγκεκραμένης (i.e. ἀ κοῆς). The received text of the New Testament has συγκεκραμένος: 1
  • συγκρατεῖ: 1
  • συγκρατεῖ, al. συγκροτεῖ: 1
  • συγκροτεῖ: 1 2
  • συγκροτεῖ. Sav. conjectures συγκρατεῖ: 1
  • συμπαθεῖν: 1
  • συνάξεως: 1
  • συνέδρια: 1
  • συναλιζόμενος αὐτοῖς ἦν: 1
  • συναφείᾳ: 1
  • συνεστάλθαι: 1
  • συνεχῶς: 1 2
  • συντρόφου: 1
  • συρίγγων: 1
  • συστρέφον: 1
  • σφίγξαι: 1
  • σφίγξας: 1
  • σφόδρα πνέουσαν: 1
  • σφαδαζόντων, al. ἀ κμαζόντων: 1
  • σφαιρίζειν: 1
  • σφοδρότερον: 1
  • σχέσει καὶ οἰκειώσει: 1
  • σχῆμα: 1
  • σωτηρίου πάθους ἀπόῤῥητα σύμβολα: 1
  • σωφροσύνην κοσμιότητα: 1
  • τὰ: 1 2
  • τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις: 1
  • τὰ ἐκεῖ: 1
  • τὰ ἐντάφια: 1
  • τὰ ἡμέτερα: 1 2 3 4 5
  • τὰ ἡμέτερο: 1
  • τὰ ὄντα: 1
  • τὰ ὑποκάτω τοῦ Θεοῦ: 1
  • τὰ γενόμενα: 1
  • τὰ δευτερεῖα προσενεγκών: 1
  • τὰ διὰ τῶν ἀγγέλων οἰκονομηθέντα: 1
  • τὰ κατὰ: 1
  • τὰ κατεπείγοντα: 1
  • τὰ μέρη: 1
  • τὰ μὴ ὄντα ὡς ὄντα); and for the next clause, see: 1
  • τὰ μετὰ ταῦτα: 1
  • τὰ παῤ αὐτοῦ: 1
  • τὰ πολλὰ: 1
  • τὰ προκείμενα: 1
  • τὰ προκείμενα. The Sacred Elements there set before God. [The English edition has here missed the sense of πάντα πνευματικὰ γίνεται τὰ προκείμενα. προκείμενα is predicate rather than subject, and πάντα is to be taken with πνευματικά, not with προκείμενα. The idea is (as shown by the context) that our spiritual things (hymns, praises, &c.) answer to the parts of the victim laid upon the carnal altar of old.—: 1
  • τὰ στοιχεῖα τῆς ἀρχῆς: 1
  • τὰ τῆς ἀ: 1
  • τὰ τῆς οὐσίας: 1
  • τὰ τοῦ Θεοῦ: 1
  • τὰ τοῦ Χριστοῦ συγκροτούντων, al. κατὰ τοῦ Χ: 1
  • τὰς ἀντιδιαστολὰς κυρίας: 1
  • τέως: 1
  • τὴν ἀρχήν: 1
  • τὴν ἐλευθέραν: 1
  • τὴν ἔννοιαν, τὸν λόγον: 1
  • τὴν ἔξωθεν: 1
  • τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτὸν: 1
  • τὴν δουλείαν: 1
  • τὴν θήραν: 1
  • τὴν λεχώ : Edd. τὴν κοίτην: 1
  • τὴν μέλλουσαν: 1
  • τὴν μεγίστην ῞Ελλαδα: 1
  • τὴν πόλιν: 1
  • τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπαραλλαξίαν: 1
  • τὴν πρὸς αὐτὸν συμφωνίαν: 1
  • τὴν σάρκα εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτ. τ. καταπετ. is closely connected together, and it is hardly tolerable to separate σάρκα: 1
  • τὴν σάρκα and εἰσερχομένην : and as if in the next clause τουτέστι was a part of the citation, being put by St. Chrys. before the words διὰ τοῦ καταπετάσματος, instead of after them, as in: 1
  • τὴν τῶν πολλῶν ἀκολουθίαν, al. τῶν ἄλλων: 1
  • τὴν φύσιν ἄπασαν: 1
  • τὶ ὑστερῶ ἐγὼ: 1
  • τὶ γὰρ ἄτοπον προσκεῖσθαι ἐν Κανᾷ, καὶ μὴ ἀρχὴν εἶναι ταύτην τῶν τοῦ ̓Ιησοῦ σημείων: 1
  • τί δὲ ῎Εσδρας ἐγκαλεῖ ;: 1
  • τί θέλω ; reads τί ἤθελον ἰδεῖν: 1
  • τίκτουσα: 1
  • τὸ: 1
  • τὸ ἀόρατον: 1
  • τὸ ἀθρόον τῆς παρουσίας: 1
  • τὸ ἀκόμπαστον: 1
  • τὸ ἀνεπαχθὲς: 1
  • τὸ ἀπαράλλακτον: 1
  • τὸ ἀπαράλλακτον καὶ ἑνὶ μόνῳ τὴν διαφορὰν ἐμφαῖνον: 1
  • τὸ ἄλφα: 1
  • τὸ ἐξ ἡμῶν: 1
  • τὸ ἐξαίρετον: 1
  • τὸ ἐπεστυμμένον: 1
  • τὸ ἡμέτερον: 1
  • τὸ ὁμοίως: 1
  • τὸ αὐτὸ: 1
  • τὸ αὐτὸ δὴ τοῦτο ἔστιν οὕτως ὡς ἐκείνῃ οὐσίᾳ πρέπον ἦν: 1
  • τὸ αὐτὸ θεραπεύει: 1
  • τὸ γὰρ ἴδιον ὡς ἐπ̓ ἀλλοτρίῳ τὰ πολλὰ τίθησι, i.e. when one: 1
  • τὸ γνήσιον: 1
  • τὸ γνήσιον τῆς υἱότητος: 1
  • τὸ δικαίωμα τῆς βοηθείας: 1
  • τὸ εὐόλισθον: 1
  • τὸ καύχημα τοῦ Χριστοῦ τὰ παθήματα: 1
  • τὸ κατόρθωμα: 1
  • τὸ κοίνον: 1
  • τὸ λογιστικόν: 1
  • τὸ μέσον: 1 2
  • τὸ μόνον: 1
  • τὸ πᾶν: 1 2
  • τὸ πλήρωμα αὐτοῦ: 1
  • τὸ σῶμα ; τὰ εἰρημένα λογισμῷ μὲν εὐρεῖν, κ.τ.λ: 1
  • τὸ συγκροτοῦν τὴν ἀρ: 1
  • τὸ συνεσκιασμένον καὶ συγκεκαλυμμένον: 1
  • τὸ σχῆμα: 1
  • τὸ τῆς πίστεως: 1
  • τὸ τοιαῦτα δυνηθ ΣΨΜΒΟΛ 210 \φ ̈ΣΙΛ Γαλατια̈ \σ 12 ναι: 1
  • τὸ τυχόν: 1
  • τὸ χαλεπόν: 1
  • τὸν ὅτε ἐκρατοῦντο μάτην, ἢ τὸν ὅτε αὐτῶν κρατοῦσι νῦν: 1
  • τὸν αἴτιον: 1
  • τὸν αὐτὸν: 1
  • τὸν λόγον: 1
  • τὸν λόγον τῆς ἀρχῆς τοῦ Χριστοῦ: 1
  • τὸ, ἐν, διά ἐστι.—: 1
  • τόπῳ ἀποκλειόμενος: 1
  • τότε: 1 2 3 4 5 6
  • τότε being implied in the past tense εἶχε: 1
  • τότε. Mr. Field seems to think that the Expositor read τότε in the sacred text: though, as he observes, he presently has τό τε. Perhaps the difficulty is avoided by supposing that the word εἶχε: 1
  • τύποι: 1
  • τύπον: 1
  • τύπος: 1
  • τύραννοι: 1
  • τῆς ἀξίας τοῦ Θεοῦ: 1
  • τῆς ἐν μέσῳ: 1
  • τῆς ὑπὲρ ἡμῶν σωτ: 1
  • τῆς αὐτῆς γνώμης ἀπόφασίς: 1
  • τῆς γνώμης ἐκείνης: 1
  • τῆς κατὰ τὴν οὐσίαν συγγενείας: 1
  • τῆς οὔσης sub. ὁ δοῦ: 1
  • τῆς προαιρέσεως: 1
  • τῆς προστασίας: 1
  • τῆς χρείας ὦμεν: 1
  • τῇ δοξῇ αὐτοῦ: 1
  • τῇ προαιρέσει: 1
  • τῶν ̔Ελληνίκων: 1
  • τῶν γνησἰων: 1
  • τῶν πολλῶν: 1
  • τῷ προσώπῳ: 1
  • ταῖς αὐταῖς θυσίαις, as has the old translation of Mutian.; but it is omitted in the best mss.: 1
  • ταῖς προθήκαις ταῖς ἐπὶ τῶν ἐργαστηρίων: 1
  • ταῦτα: 1
  • ταπήτων: 1
  • τεθλιμμένη ἡ ὁδός: 1
  • τελειότης: 1
  • τετελειωμένον. This is the common Levitical term for priestly consecration: 1 2
  • τετιμημένοι: 1
  • τετραχηλισμένα: 1
  • τικτόμενος διαφθείρει: 1
  • τινα. The common editions have τίνα: 1
  • τοὺ Πατρὸς: 1
  • τοὺς αἰῶνας: 1
  • τοὺς μεμήνοτας: 1
  • τοὺς περὶ: 1
  • τούτῳ: 1
  • τοῖς γενομένοις ; probably the destruction of the Egyptians and the Amorites, &: 1
  • τοῖς δεσμίοις. This is held to be the true reading of the sacred text: τοῖς δεσμοῖς μου was substituted here, but not in the body of the Homily, in some mss.: 1
  • τοῖς λεγομένοις: 1
  • τοῦ Θεοῦ: 1
  • τοῦ Θεοῦ λόγου: 1
  • τοῦ εδρεῖν: 1
  • τοῦ κόπου: 1
  • τοῦ κόπου.—: 1
  • τοῦ μέλλοντος: 1
  • τοῦ μετ̓ ἐκείνων πλυνομένου: 1
  • τοῦτο: 1
  • τοῦτο ἐκείνης τύπος ἐστὶ, καὶ αὕτη ἐκείνης: 1
  • τοῦτο αὐτοῖς ἀπαγορεύει of the Benedictine text, supported by some mss.: 1
  • τοῦτο καὶ ὁ Λουκᾶς ἡμῖν δείκνυσι λέγων· ἡ δὲ Μαριὰμ συνετήρει τὰ ῥήματα πάντα συμβάλλουσα ἐν τῇ κ: 1
  • τουτέστι, τὰ προστάγματα and add οὕτω δηλῶν. Mr. Field thinks the passage may be corrupt; the parenthetic words seem added to explain that it is the Christian ordinances: 1
  • τρέφεσθαι: 1
  • τρίβολον: 1
  • τρόποι: 1
  • τρόπος: 1
  • τρόπου τὸ εἶδος: 1
  • τρόπω: 1
  • τρυφὴν: 1
  • τρυφᾷν: 1
  • τρυφῆς: 1
  • τυραννίς: 1
  • φέρων καὶ ἄγων: 1
  • φίλτρου: 1
  • φύσέως: 1
  • φύσει εἰδεχθεῖς: 1
  • φαιδρότητος: 1
  • φανῆναι διὰ τῆς σ: 1
  • φαντασιοκόπος: 1
  • φανταστικὸν: 1
  • φησὶ after αἷμα: 1
  • φθόγγοι: 1
  • φθόνους: 1
  • φιλόξενία: 1
  • φιλανθρωπίαν: 1
  • φιλοξενίας: 1
  • φιλοξενία, adopted throughout by St. Chrys.—: 1
  • φιλοσοφίαν: 1 2
  • φιλοσοφίας: 1
  • φιλοσοφεῖν: 1 2
  • φιλοσοφοῦντα: 1
  • φιλοστοργίας: 1
  • φοιβάσεσθε: 1
  • φρονῶμεν: 1
  • φρονεῖν μείζω: 1
  • φρονηματιῶν: 1
  • φωνὴν: 1
  • φωνῇ ῥημάτων: 1
  • χάριν ἔχωμεν. St. Chrys. understands the expression in this sense;: 1
  • χάρις: 1
  • χάριτι: 1 2
  • χαλάσας, al. χαυνώσας: 1
  • χαμαιτυπεῖα: 1
  • χαρίσματος: 1
  • χαρακτήρων: 1
  • χαρακτηρίζειν: 1
  • χορὸς: 1
  • χορεύει: 1
  • χορηγία: 1
  • χορηγίαν: 1
  • χρὴ πάντοτε φυλάττειν ἑαυτοὺς, μήποτε ἀπονυστάξωμεν: 1
  • χρήματα: 1 2
  • χρᾷ. This word is properly used of quasi-Divine communications made through oracles: the words χρηματίζω and χρηματισμὸς: 1
  • χρείαν: 1
  • χρηματίζοντα: 1
  • χρηματίζοντα does not refer so much to God’s speaking as to Moses’ speaking by God’s direction.—: 1
  • χρηματίζοντα. The word is used of God’s speaking. See above, Hom. xxiii. [1], p. 469. St. Chrysostom’: 1
  • χρηματισθείς: 1 2
  • χρηματισμὸς: 1 2
  • χρονικὴ: 1
  • χυδαίου: 1
  • χυδαῖον: 1
  • χωρίῳ: 1
  • χωρεῖτε: 1
  • ψῆφον: 1
  • ψελλίζοντος: 1
  • ψηφῖδας: 1
  • ψυχὴν: 1
  • ψυχικὴ: 1
  • ψυχικὸς: 1 2
  • ψυχικὸς, opposed in G. T. to πνευματικὸς: 1
  • &c…The corrector seems to have misapprehended the meaning of ἐ ξ οὗ in this place.: 1
  • &c. Mr. Field thinks that either the thread of the discourse is broken, and the second point not mentioned, or (which seems more probable) that it is contained in the words: 1
  • &c. N.T. and some mss.: 1
  • &c. The translation follows the Bened. pointing, as giving the meaning most in accordance with St. Chrys.’s teaching. [This pointing of the English edition is allowed to stand as making the sense more obvious to the English reader; but Mr. Field’s pointing gives essentially the same sense and is more in St. Chrysostom’s style.—F.G.]: 1
  • &c. There does not however appear to be any need for this: on the contrary, while the old text is simple and intelligible, the additions bring in matters which are out of place. [The other Catena, however, that of Niketas, Archbishop of Heraklea, one of Mr. Field’s valuable authorities, has the bracketed bits.]: 1
  • &c. What is meant is that Christian belief which finds expression in the Creed, as well as elsewhere.—F.G.]: 1
  • &c. [But previously he has connected with γέφος, so that the present. connection with ὄ γκον was probably an afterthought on the spur of the moment.—F.G.]: 1
  • &c. he indicated the equality of His Substance and His nearness to the Father.: 1
  • &c., as is read in the received version of the Epistle, where Lachman adopts the reading τίνα: 1
  • &c., the LXX. have, μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σον, μηδὲ νυστάξῃ (Vat.) ὁ φυλάσσων σε: 1
  • &c.: for this the common editions have προετυποῦτο: 1
  • &c.: the shorter text has only οὐδὲ: 1
  • (pro def. trium capp. lib. xi. c. 5, p. 488, ed Sirm.) [Gall. Bibl. Patr: 1
  • But τὸ σῶμα should be the subject and σκηνὴν καὶ καταπέτασμα καὶ οὐρανόν predicates.—F.G.]: 1
  • De Pud: 1
  • De Pudicitia: 1
  • For: 1
  • Mr. Field says that the old translation of Mutianus in some degree confirms this latter reading, which is easier. The word ὑ πόστασιν in the singular is used in the sense of: 1
  • So perhaps it might be an error of Chrysostom.: 1
  • They are found in the common editions of the Epistle, but are not supposed to be a genuine part of the Sacred Text. [They are rejected by all critical editors, and have very little support from the authorities for this text.—F.G.]: 1
  • [The English editor seems to have regarded ἅ παξ as the equivalent for the more emphatic ἐ φάπαξ: 1
  • [The first καὶ may well be translated both: 1
  • [This is also given in the margin of W. H. and of the Revisers.] Lachmann [and Tisch., W. H., and the Revisers] read συγκεκερασμένους, which is the reading of some mss.: 1
  • ferried: 1
  • var. lect.: 1
« Prev Greek Words and Phrases Next »



| Define | Popups: Login | Register | Prev Next | Help |