H. W. Smyth

Greek Grammar (First Edition)

Part 2, 385 (M & P)-387


Previous Page Contents Next Page

122


Middle and Passive


S.  1.

(τῑμάομαι) τῑμῶμαι (ποιέομαι) ποιοῦμαι (δηλόομαι) δηλοῦμαι

2.

(τῑμάῃ, τῑμάει) τῑμᾷ (ποιέῃ, ποιέει) ποιῇ, ποιεῖ (δηλόῃ, δηλόει) δηλοῖ

3.

(τῑμάεται) τῑμᾶται (ποιέεται) ποιεῖται (δηλόεται) δηλοῦται

D.  2.

(τῑμάεσθον) τῑμᾶσθον (ποιέεσθον) ποιεῖσθον (δηλόεσθον) δηλοῦσθον

3.

(τῑμάεσθον) τῑμᾶσθον (ποιέεσθον) ποιεῖσθον (δηλόεσθον) δηλοῦσθον

P.  1.

(τῑμαόμεθα) τῑμώμεθα (ποιεόμεθα) ποιούμεθα (δηλοόμεθα) δηλούμεθα

2.

(τῑμάεσθε) τῑμᾶσθε (ποιέεσθε) ποιεῖσθε (δηλόεσθε) δηλοῦσθε

3.

(τῑμάονται) τῑμῶνται (ποιέονται) ποιοῦνται (δηλόονται) δηλοῦνται

imperfect

S.  1.

(ἐτῑμαόμην)

ἐτῑμώμην

(ἐποιεόμην)

ἐποιούμην

(ἐδηλοόμην)

ἐδηλούμην

2.

(ἐτῑμάου)

ἐτῑμῶ

(ἐποιέου)

ἐποιοῦ

(ἐδηλόου)

ἐδηλοῦ

3.

(ἐτῑμάετο)

ἐτῑμᾶτο

(ἐποιέετο)

ἐποιεῖτο

(ἐδηλόετο)

ἐδηλοῦτο

D.  2.

(ἐτῑμάεσθον)

ἐτῑμᾶσθον

(ἐποιέεσθον)

ἐποιεῖσθον

(ἐδηλόεσθον)

ἐδηλοῦσθον

3.

(ἐτῑμαέσθην)

ἐτῑμά̄σθην

(ἐποιεέσθην)

ἐποιείσθην

(ἐδηλοέσθην)

ἐδηλούσθην

P.  1.

(ἐτῑμαόμεθα)

ἐτῑμώμεθα

(ἐποιεόμεθα)

ἐποιούμεθα

(ἐδηλοόμεθα)

ἐδηλούμεθα

2.

(ἐτῑμάεσθε)

ἐτῑμᾶσθε

(ἐποιέεσθε)

ἐποιεῖσθε

(ἐδηλόεσθε)

ἐδηλοῦσθε

3.

(ἐτῑμάοντο)

ἐτῑμῶντο

(ἐποιέοντο)

ἐποιοῦντο

(ἐδηλόοντο)

ἐδηλοῦντο

present subjunctive

S.  1.

(τῑμάωμαι)

τῑμῶμαι

(ποιέωμαι)

ποιῶμαι

(δηλόωμαι)

δηλῶμαι

2.

(τῑμάῃ)

τῑμᾷ

(ποιέῃ)

ποιῇ

(δηλόῃ)

δηλοῖ

3.

(τῑμάηται)

τῑμᾶται

(ποιέηται)

ποιῆται

(δηλόηται)

δηλῶται

D.  2.

(τῑμάησθον)

τῑμᾶσθον

(ποιέησθον)

ποιῆσθον

(δηλόησθον)

δηλῶσθον

3.

(τῑμάησθον)

τῑμᾶσθον

(ποιέησθον)

ποιῆσθον

(δηλόησθον)

δηλῶσθον

P.  1.

(τῑμαώμεθα)

τιμώμεθα

(ποιεώμεθα)

ποιώμεθα

(δηλοώμεθα)

δηλώμεθα

2.

(τῑμάησθε)

τῑμᾶσθε

(ποιέησθε)

ποιῆσθε

(δηλόησθε)

δηλῶσθε

3.

(τῑμάωνται)

τῑμῶνται

(ποιέωνται)

ποιῶνται

(δηλόωνται)

δηλῶνται

present optative

S.  1.

(τῑμαοίμην)

τῑμῴμην

(ποιεοίμην)

ποιοίμην

(δηλοοίμην)

δηλοίμην

2.

(τῑμάοιο)

τῑμῷο

(ποιέοιο)

ποιοῖο

(δηλόοιο)

δηλοῖο

3.

(τῑμάοιτο)

τῑμῷτο

(ποιέοιτο)

ποιοῖτο

(δηλόοιτο)

δηλοῖτο

D.  2.

(τῑμάοισθον)

τῑμῷσθον

(ποιέοισθον)

ποιοῖσθον

(δηλόολισθον)

δηλοῖσθον

3.

(τῑμαοίσθην)

τῑμῴσθην

(ποιεοίσθην)

ποιοίσθην

(δηλοοίσθην)

δηλοίσθην

P.  1.

(τῑμαοίμεθα)

τῑμῴμεθα

(ποιεοίμεθα)

ποιοίμεθα

(δηλοοίμεθα)

δηλοίμεθα

2.

(τῑμάοισθε)

τῑμῷσθε

(ποιέοισθε)

ποιοῖσθε

(δηλόοισθε)

δηλοῖσθε

3.

(τῑμάοιντο)

τῑμῷντο

(ποιέοιντο)

ποιοῖντο

(δηλόοιντο)

δηλοῖντο


123

Middle and Passive Concluded

present imperative

S.  2.

(τῑμάου)

τῑμῶ

(ποιέου)

ποιοῦ

(δηλόου)

δηλοῦ

3.

(τῑμαέσθω)

τῑμά̄σθω

(ποιεέσθω)

ποιείσθω

(δηλοέσθω)

δηλούσθω

D.  2.

(τῑμάεσθον)

τῑμᾶσθον

(ποιέεσθον)

ποιεῖσθον

(δηλόεσθον)

δηλοῦσθον

3.

(τῑμαέσθων)

τῑμά̄σθων

(ποιεέσθων)

ποιείσθων

(δηλοέσθων)

δηλούσθων

P.  2.

(τῑμάεσθε)

τῑμᾶσθε

(ποιέεσθε)

ποιεῖσθε

(δηλόεσθε)

δηλοῦσθε

3.

(τῑμαέσθων)

τῑμά̄σθων

(ποιεέσθων)

ποιείσθων

(δηλοέσθων)

δηλούσθων

present infinitive

(τῑμάεσθαι)

τῑμᾶσθαι

(ποιέεσθαι)

ποιεῖσθαι

(δηλόεσθαι)

δηλοῦσθαι

present participle

(τῑμαόμενος)

τῑμώμενος

(ποιεόμενος)

ποιούμενος

(δηλοόμενος)

δηλούμενος

386. Examples of Contracted Verbs.

1. Verbs in -αω:

ἀπατάω deceive (ἀπάτη deceit)

ὁρμάω set in motion (ὁρμή impulse)

βοάω shout (βοή shout)

πειράομαι attempt (πεῖρα trial)

μελετάω practise (μελέτη practice)

τελευτάω finish (τελευτή end)

νῑκάω conquer (νί̄κη victory)

τολμάω dare (τόλμα daring)

2. Verbs in -εω:

ἀδικέω do wrong (ἄδικος unjust)

οἰκέω inhabit (οἶκος house, poetic)

βοηθέω assist (βοηθός assisting)

πολεμέω make war (πόλεμος war)

κοσμέω order (κόσμος order)

φθονέω envy (φθόνος envy)

μῑσέω hate (μῖσος hate)

φιλέω love (φίλος friend)

3. Verbs in -οω:

ἀξιόω think worthy (ἄξιος worthy)

κῡρόω make valid (κῦρος authority)

δουλόω enslave (δοῦλος slave)

πολεμόω make an enemy of (πόλεμος war)

ἐλευθερόω set free (ἐλεύθερος free)

στεφανόω crown (στέφανος crown)

ζυγόω put under the yoke (ζυγόν yoke)

ταπεινόω humiliate (ταπεινός humbled)

387. Principal parts of Contracted Verbs.

τῑμάω τῑμήσω ἐτί̄μησα τετί̄μηκα τετί̄μημαι ἐτῑμήθην
θηρά̄ω θηρά̄σω ἐθήρᾱσα τεθήρᾱκα τεθήρᾱμαι ἐθηρά̄θην
ποιεώ ποιήσω ἐποίησα πεποίηκα πεποίημαι ἐποιήθην
δηλόω δηλώσω ἐδήλωσα δεδήλωκα δεδήλωμαι ἐδηλώθην

Previous Page Contents Next Page