« Prev Greek Words and Phrases Next »

Index of Greek Words and Phrases

  • γενέσθαι: 1
  • μετέχειν τὢς ελπίδος αὐτοῦ: 1
  • ̔Ο δε μοι φαινονται ψηλαφῶντες οἱ πολλοι ὣσπερ εν σκοτει: 1
  • ̔Υστερεισθαι: 1
  • ἀγαπῶσιν: 1
  • ἀγνοεῖται: 1
  • ἀκοινώνητοι: 1
  • ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται: 1
  • ἀνακρίνειν : 1
  • ἀνακρίνοντες: 1
  • ἀνθυποφορά: 1
  • ἀνθυποφορα: 1
  • ἀνοικοδομοῦνται: 1
  • ἀντιλήψεις: 1 2
  • ἀπάγεσθαι: 1
  • ἀπὸ τῶν ἀγαπῶν: 1
  • ἀποδείξεως: 1
  • ἀσχημονεῖν: 1 2
  • ἀταξία: 1
  • ἀταξίαν: 1
  • ἀταξία,: 1
  • ἄγω: 1
  • ἄκαρπον: 1
  • ἄκαρπος: 1
  • ἄφωνων: 1
  • ἅρπάζω: 1
  • ἅρπαγες: 1
  • ἅρπυίαι: 1
  • ἐὰν δὲ κοιμηθὟ ὁ ἀνὴρ αὐτὢς: 1
  • ἐάν τις, ἀδελφὸς ὀνομαζόμενος, ἣ πόρνος, ἣ πλεονέκτης, κ. τ. λ.: 1
  • ἐι μὴ: 1
  • ἐις: 1
  • ἐν: 1 2 3
  • ἐν αὐτῷ: 1
  • ἐν πειθοῖ σοφαις: 1
  • ἐν τῷ νόμῳ: 1
  • ἐνέργημα: 1
  • ἐνεργήματα: 1
  • ἐνθουσιασμὸς: 1
  • ἐνθουσιασμὸς.: 1
  • ἐξευρίσκειν: 1
  • ἐξουσία: 1
  • ἐπὶ τὸ πολύ: 1
  • ἐπεξεργασία: 1
  • ἐπι ἔλαττον: 1
  • ἐστι: 1 2
  • ἐτύθη: 1
  • ἑκάστῳ ὡς ὁ Θεὸς ευερισε μέτρον πίστεως: 1
  • ἑκαστῳ : 1
  • ἑκαστος: 1
  • ἑν: 1
  • ἑορτάζωμεν: 1
  • ἑτερᾳ: 1
  • ἠλεημένος: 1
  • ἡ πειθω: 1
  • ἡμέρας: 1
  • ἡτταομαι: 1
  • ἥττημα: 1 2
  • ἱερόν: 1
  • ἱερον: 1
  • ἱερον ὑπνον Κοιμαται· Θνησκειν μη λεγε τους αγαθους· : 1
  • ἴνα: 1
  • ὀυκ ἔστι: 1
  • ὀφείλει ἀλοᾷν: 1
  • ὁ Θεος: 1
  • ὁ γραμματεύς τοῦ βασιλέως: 1
  • ὁ πονηρος: 1
  • ὁ πρῶτος σιγάτω: 1
  • ὅ εὐλογοῦμεν: 1
  • ὅλως : 1
  • ὅσα ἡτοιμασε τοις ὑπομένουσιν αὐτὸν: 1
  • ὅτε: 1
  • ὅτι: 1
  • ὅτι,: 1
  • ὅυτω: 1
  • ὑπὲρ ἡμῶν: 1
  • ὑπό: 1
  • ὑπομένουσιν: 1
  • ὑπωπιάζειν: 1
  • ὕπ ᾿ οὐδενός: 1
  • ὡς: 1
  • ὡς ἄν ἤγεσθε: 1
  • ὤψ: 1
  • ᾖ: 1
  • ᾿Ανακρίνεσθαι: 1
  • ᾿Ανακρίνω: 1
  • Αβροκόμας ὑστερησε τὢς μάχης: 1
  • Αγαπὰι: 1
  • Αποστολος: 1
  • Βλασφημια: 1
  • Δαιδαλος: 1
  • Εἰ ἄρα γε ψηλαφήσειαν αὐτὸν καὶ εὔροιεν: 1
  • Εκ πάντων: 1
  • Θεὸς: 1 2
  • Θεομαντεία: 1
  • Θεος ανθρωπῳ ου μιγνυται, αλλα δια δαιμονιων πασα εστιν ἡ ὁμιλια και ἡ διαλεκτος θεοις προς ανθρωπους: 1
  • Κύριος: 1
  • Κακοζηλία: 1
  • Μέλλων κατηγορεῖν προθεραπεύει την ἀκοὴν ὥστε δεκτὴν γενέσθαι τὴν ιατρείαν: 1
  • Μή γέοιτο: 1
  • Μακροθυμεῖ: 1
  • Μεμέρισται, τουτ ᾿ εστιν, διαφερουσιν αλληλων, και ου την αὐτην εχουσι φροντιδὰ: 1
  • Νους: 1
  • Οὐ ζητεῖ τὰ μὴ εαυτὢς: 1
  • Πίστιν οὐ παύτην λέγει τὴν τῶν δογμάτων ἀλλὰ τὴν τῶν σημείων: 1
  • Παν το δαιμονιον μεταξυ εστι θεου τε και θνητου: 1
  • Πλήρωμα: 1
  • Πρέπον: 1
  • Π. στεφ.: 1
  • Στόμα κατὰ στόμα λαλήσω αὐτῶ ἐν ἔιδει, καὶ οὐ δι ᾿ αἰνίγματων: 1
  • Συγκρινεσθαι: 1
  • Τὸ πρέπον: 1
  • Το Δαιμονιον εστιν ερμηνευον και διαπορθμενον θειος τα παρ ανθρωπων, και ανθρωποις τα παρα θεων, των μεν τας δεησεις και θυσιας, των δε τας επιταξεις και αμοιβας των θυσιων: 1
  • Τοῦτο δε παραγγέλλω οὐκ ἐπαινῶν: 1
  • Χλόν: 1
  • Χριστός: 1
  • αἴνιγμα: 1
  • αὐτὴ ἡ φύσις: 1
  • αὔξησιν: 1
  • αγαπη: 1 2
  • αγνωστὟ: 1
  • αγωνοθέται: 1
  • αθετεῖν: 1
  • ακοινωντος: 1
  • αλλ εἰρήνης: 1
  • ανδ: 1
  • ανθρώπινος: 1
  • αποστελλειν: 1
  • ασχήμονειν: 1
  • αταξια: 1
  • βάρβαρος: 1 2
  • βλέπετε: 1
  • γνώμη: 1
  • γνώμην: 1
  • γραμματεὺς: 1
  • γραμματεις: 1 2 3
  • δαιμόνια: 1
  • δηλοω: 1
  • διώκετε: 1
  • διακρίνω: 1
  • διακρίνων ουδενα: 1
  • δορυ: 1
  • δουλαγωγῶ: 1
  • εἰς: 1
  • εἰς αὐτόν,: 1
  • εὐθυμεῖ τίς; ψαλλέτω: 1
  • εὐχαριστήσας: 1
  • εδηλωθν: 1
  • ειλεω: 1
  • ειλημενος: 1
  • εκλεγειν: 1
  • εμεμεριστο: 1
  • επ ᾿ ἐλπίδι: 1
  • επ ᾿ ἐλπίδι : 1
  • επι το πολυ: 1
  • ζημιουσθαι: 1
  • ζητεω: 1
  • ηλημενος: 1
  • θύεσθαι: 1
  • θεμελιος: 1
  • θλιψις: 1
  • ιφ: 1
  • κάθαρμα: Καθάρματα ἐλέγοντο ὁι επὶ τὢ καθάρσει λοιμοῦ τινος ἤτινος ἕτὲρα; νάσου θυόμενοι τοις θεοῖς. Τοῦτο δὲ ἔθος καὶ παρὰ ̔ρωμαίοις ἐπεκράτησε: 1
  • κῶλον: 1
  • καὶ ὁ ἀλοῶν : 1
  • καὶ ὁ ἀλοῶν τὢς ἐνπίδος αὐτοῦ μετέχειν επ ᾿ ελπίδι: 1
  • καθ ᾿ ὅ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν: 1
  • καθ ᾿ ὑπαλλαγὴν: 1
  • καθάρματα: 1
  • καθάρματα.: 1
  • καθαρμοι: 1
  • καθιζετε : 1
  • και: 1
  • κακοζηλίαν: 1
  • καλὸν: 1
  • καρηκομόωντες: 1
  • κατ ᾿ ἀνθυποφορὰν,: 1
  • κατὰ συνεκδοχήν: 1
  • κατάρτισις: 1
  • κατα: 1
  • κατα κεφαλης: 1
  • καταρτιζεσθαι: 1
  • καταρτιζω: 1
  • καταχράομαι: 1
  • καταχρώμενοι: 1
  • κατηρτισμένος: 1
  • κληρονομειν: 1
  • κοινωνία: 1
  • κοινωνία : 1
  • κοινωνίαν: 1 2
  • κοινωνια: 1
  • κοινωνιας: 1
  • κρέατος γένος: 1
  • κρίνειν: 1
  • κρινω: 1 2
  • κυβεια: 1
  • λόγον ἀπὸ τὢς σοφίας: 1
  • λόγος γνώσεως: 1
  • λιγυρὢ ἀοιδὢ.: 1
  • λογιζεσθαι κακον: 1
  • λογοδαιδαλία: 1 2
  • λογος: 1 2 3
  • λοιδορειν: 1
  • λοιδορια: 1 2
  • λοιδορουμενοι και βλασφημουμενοι: 1
  • μὢ: 1
  • μὴ τοῦτο θεος τελεσειεν: 1
  • μεγαλαφρων μαλλον ἠ φιλοτεχνος: 1
  • μεμέπισται: 1
  • μεριμνα: 1
  • μετωνυμικῶς: 1 2
  • μη διακρίνων τὸ σῶμα: 1
  • μηδὲν ἀνακρίνοντες, : 1
  • μηδὲν κρέας : 1
  • μιμησις: 1
  • μιμητικῶς: 1
  • μνημόσυνον: 1 2
  • μνημοσυνον: 1
  • μνημοσυνον,: 1
  • μωροσόφοις: 1
  • νοῦς: 1
  • νους: 1
  • οἰκοδομηθήσεται: 1
  • οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας: 1
  • οὐδεν : 1
  • οὐδενεια: 1
  • ουκ ἔξεστι: 1
  • ουχ ὁπως τους αυτους χορους κρινωσιν οἱ πολιται: 1
  • πίθανοις: 1
  • πίθαςοις: 1 2
  • πόρνος: 1
  • παῖς: 1
  • παιδία, νηπάζετε: 1
  • παιδαγωγοὺς: 1
  • παντας σώσω: 1
  • παραγγέλλειν: 1
  • παραδόσεις: 1
  • παρακαλεῖσθαι: 1
  • παρακλήσις: 1
  • παρεκάλεσαν: 1
  • πείθανοις: 1
  • πειθοῖ: 1 2
  • πειθοῖς: 1 2 3
  • περὶ: 1
  • περίψημα: 1 2
  • περικαθάρματα: 1
  • περπερεύεται: 1
  • πλήρωμα: 1
  • πνεύματα: 1 2
  • πνευμα: 1
  • ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς κ.τ.λ.: 1
  • πολύσημον: 1
  • πρὸς τὸ συμφερον: 1
  • προς αὔξησιν: 1
  • πρωτότυπον: 1
  • σημαινω: 1
  • σοφία: 1
  • στρατεύεται: 1
  • συγγραφὴ: 1
  • συγκριμα: 1
  • συζητητης: 1
  • συμπάθεια: 1 2
  • συν: 1
  • συναναμίγνυσθαι: 1
  • τὢς φωνὢς: 1
  • τὰ μεγάλα τέλη: 1
  • τέλη: 1
  • τὸ πνεῦμα μου: 1
  • τὸ πρεπον: 1
  • τὸ σῶμα τοῦ Κυρίον: 1
  • τὸν: 1
  • τό πιθάνον: 1
  • τῶ νωΐ: 1
  • τῶς Χλόης: 1
  • τῷ πνεύματι: 1
  • τα ἱερὰ: 1
  • τελειος: 1
  • τι: 1
  • τιμὴν περιτιθέναι: 1
  • τιμίος: 1
  • τιμίῳ αἱματι, ὡς ἀμνου ἀμώμου κ. τ. λ.: 1
  • τιμίως: 1
  • τινὲς: 1
  • τινος : 1
  • το πίθανον: 1
  • το πρέπον: 1
  • τοῦ: 1 2
  • τοῦ ἱεροῦ: 1
  • τολυγαμία: 1 2
  • των Χλονς: 1
  • των Χλονς σοικειως : 1
  • φασι δ ᾿ ειναι το μαντειον αντρον κοιλον μετα βαθους, ου μαλα ευροστομον: 1
  • φωνὴ: 1
  • χαρίσματα: 1 2
  • χλόη: 1
  • χλόη : 1
  • χρώμενοι: 1
  • χρηστεύεσθαι: 1 2
  • χρηστεύεται: 1
  • ψαλῶ: 1
  • ψαλμὸν ἔχει: 1
  • ψυχη: 1
« Prev Greek Words and Phrases Next »
Please login or register to save highlights and make annotations
Corrections disabled for this book
Proofing disabled for this book
Printer-friendly version





Advertisements



| Define | Popups: Login | Register | Prev Next | Help |